Τελλόγλειο, Ίδρυμα, Τέλλογλου, Α.Π.Θ., Λύτρας, Γεραλής, Πεντζίκης, Εγγονόπουλος, εκπαιδευτικά προγράμματα, S. Calatrava, εκθέσεις, πωλητήριο, Αργυρός, Μαλέας, Βενετούλιας Το Τελλόγλειο Ίδρυμα είναι ένα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκε το 1972 με τη δωρεά της συλλογής έργων τέχνης καθώς και ολόκληρης της περιουσίας του ζεύγους Τέλλογλου στο Α.Π.Θ.
Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ. Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Πρόσβαση Πλοήγηση
english english αναζήτηση  


 :: Newsletters
Πληκτρολογήστε το email σας για να εγγραφείτε ή να διαγραφείτε από τη λίστα αποδεκτών
Μονογραφίες Καλλιτεχνών / Επιστημονικές Εργασίες

Συντάκτης: Ελένη Τσιτσιρίκου, Αρχαιολόγος - Μουσειολόγος


ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΑΜΕΡΑΣ

1. ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1913
Γεννιέται στην Αθήνα. Η μελλοντική επαγγελματική του εξέλιξη θα επηρεαστεί από την καταγωγή του, καθώς η οικογένειά του, από τα Υστέρνια της Τήνου, ασχολείται κατά παράδοση με τη μαρμαρογλυπτική.
Αρχές δεκαετίας 1930
Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, με πρωτοβουλία του θείου του, γλύπτη Κοτζαμάνη, παρακολουθεί μαθήματα σχεδίου στο εργαστήριο του Γιώργου Ιακωβίδη.
1932-1938
Σπουδάζει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δασκάλους τον Θωμά Θωμόπουλο και τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη.
1932
Στο πλαίσιο έκθεσης σπουδαστών της ΑΣΚΤ παρουσιάζει το έργο Ανάσταση, το οποίο θεωρείται ως το πρώτο ανεικονικό γλυπτό στην Ελλάδα.
Συμμετέχει για πρώτη φορά στην Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση, που διοργανώνεται στο Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα.
1933
Συμμετέχει, ως σπουδαστής ακόμα, σε έκθεση της Ομάδος Τέχνης. (Στη βιβλιογραφία αναφέρεται και το 1932 ως έτος πραγματοποίησης της έκθεσης). Δύο από τα έργα που παρουσιάζει είναι τα Ρυθμός και Γυμνό.
Το καλοκαίρι διοργανώνεται στο Στούντιο ομαδική έκθεση νέων ζωγράφων, στην οποία συμμετέχουν και δύο γλύπτες, ο καλλιτέχνης και ο Β. Πιτς.
1934
Φιλοτεχνεί την Προτομή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, η οποία τρία χρόνια αργότερα τοποθετείται στο πάρκο του Πεδίου Άρεως στην Αθήνα.
Παρουσιάζει έργα του στην έκθεση της Ομάδος Τέχνης στη Λέσχη Ελλήνων Καλλιτεχνών.
1937
Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση των Ελεύθερων Καλλιτεχνών με τα έργα  Λουόμενη, Κολυμβήτρια, Κεφάλι του Δ. Κ., Κεφάλι Κόρης, Κεφάλι Γυναίκας και Κεφάλι Γριάς.
1938

03-04/1938
Έπειτα από διαγωνισμό, λαμβάνει υποτροφία από την Ακαδημία Αθηνών για σπουδές στην École Superieure des Beaux Arts του Παρισιού.
Συμμετέχει στην Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου με την προτομή του Ν. Λούβαρη σε μάρμαρο.
1938-1939
Σπουδάζει στην École Superieure des Beaux Arts στο εργαστήριο του Jean Boucher.
Στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους διακρίνεται με το A΄ Βραβείο σε διαγωνισμό μεγάλου ολογλύφου και εκθέτει το Γυμνό Γυναικός στο Salon des Tuilleries.
1939






03-04/1939
Αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα λόγω της έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Ο Σπητέρης τοποθετεί χρονικά την επιστροφή του γλύπτη στο 1940).
Σε ομαδική έκθεση των Ελεύθερων Καλλιτεχνών στην Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων εκθέτει τα έργα του Σύγχρονος Έφηβος, Κεφάλι Κόρης και Κεφάλι Ν.Α.Κ..
Συμμετέχει σε έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών.
Συμμετέχει στην Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου, όπου εκθέτει τα έργα του Κορμός Γυναικός Ακέφαλος, Δέηση και Κεφάλι Γυναίκας.
03-04/1940
Εκθέτει στην Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου τα έργα Κεφάλι και Κ. Γ.
1946
Παρουσιάζει σε ομαδική έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το έργο Μουσικό Όργανο.
1948
01/11-15/12/1948
Βραβεύεται για το Μνημείο Πεσόντων στο Αιγάλεω.
Συμμετέχει στην πρώτη μεταπολεμική Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου με τα ανεικονικά έργα Ανάταση-Πεντέλη (το έργο αρχικά ονομαζόταν Η Πεντέλη σε Έκσταση) και Μουσικό Όργανο. (Στον κατάλογο της Πανελληνίου αναγράφονται οι ακόλουθοι τίτλοι έργων: Πρωινό, Απόφαση, Κορμός και Κεφαλή.) Στην έκθεση αυτή του απονέμεται το τρίτο βραβείο.
1949
Συμμετέχει στην ίδρυση της ομάδας Ακραίοι με τους Κ. Αντύπα, Γ. Γαΐτη, Γ. Μαλτέζο, Αλ. Κοντόπουλο και Δ. Χυτήρη.
04-05/1952
Παρουσιάζει τα έργα του Λάρκο και Χάρις στην Δ΄ Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου.
1953
14/03-30/04/1953
Βραβεύεται για το έργο του Ελευθερία, που τοποθετείται στο κέντρο της Δράμας.
Τιμάται με το βραβείο του Διεθνούς Διαγωνισμού Γλυπτικής, τον οποίο διοργανώνει το Institute of Contemporary Arts London για την φιλοτέχνηση του Μνημείου του Αγνώστου Πολιτικού Κρατουμένου. Το έργο του εκτίθεται μαζί με τα υπόλοιπα βραβευμένα έργα στην Tate Gallery London.
1955
Συμμετέχει στην III. Bienal de São Paulo με τα έργα Κόρη του Θεού και Μορφή.
1956
Λαμβάνει μέρος σε ομαδική έκθεση καλλιτεχνών στο Ατελιέ της οδού Ξενοφώντος στην Αθήνα.
Εκλέγεται τακτικό μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων. (Στη βιβλιογραφία αναφέρεται και το 1957 ως έτος εκλογής).
02-23/05/1957


05/1957
Παρουσιάζει έργα του στην έκθεση «Σώχος-Γουναρό-Λαμέρας-Μπουζιάνης-Παπαδημητρίου. Ζωγραφική-Γλυπτική-Χαρακτική» στη Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων στην Αθήνα.
Συμμετέχει στην Ε΄ Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου με τα έργα  Η Τραγωδός . Κοτοπούλη), Έργον αρ. 11 και Έργον αρ. 13. [Ο Αγγ. Προκοπίου (Νέες Μορφές 1, 1962), αναφέρεται σε έργο του γλύπτη με τον τίτλο Φετίχ, το οποίο παρουσιάστηκε στην έκθεση].
1957
Παρουσιάζει έργα του στο Παρίσι.
1958
Συμμετέχει στην «Έκθεση Πόλεως Αθηνών».
1959

05/1959
07/1959

23-12/12/1959
Λαμβάνει το «Βραβείο Γλυπτικής της Πόλεως των Αθηνών» για τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό του Δήμου Αθηναίων.
Εκθέτει μαζί με 19 Έλληνες καλλιτέχνες στην Galerie Creuze στο Παρίσι.
Συμμετέχει στην «Έκθεση Συγχρόνου Ελληνικής Τέχνης» στην Galerie Greques(;) στο Παρίσι.
Συμμετέχει στην ομαδική έκθεση ζωγραφικής-γλυπτικής-χαρακτικής «Απέργης, Θεοδωρόπουλος, Κοντόπουλος, Λαμέρας, Παπαδημητρίου, Σπυρόπουλος, Τόμπρος» («Νέες Μορφές»), που διοργανώνεται από την γκαλερί Νέες Μορφές, η οποία εγκαινιάζει με αυτήν την εκδήλωση την παρουσία της στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας.
1960



06-10/1960
Εκλέγεται καθηγητής στην έδρα της Πλαστικής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου υπηρετεί ως το 1978.
Από το 1960 και εξής ασχολείται με την κατασκευή γλυπτών με στατικά και κινητικά μέρη, από την κίνηση των οποίων παράγεται ήχος.
Συμμετέχει στην XXX. Biennale di Venezia με 10 γλυπτά και 10 σχέδια.
1961
Του απονέμεται το παράσημο Ταξιάρχου του Φοίνικος για το έργο του Μπιζανομάχοι.
04/07/1962

30/08 & 08-20/09/1962
Εγκαινιάζεται η «Έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών» στο Μουσείο Bezalel στην Ιερουσαλήμ. Στην έκθεση συμμετέχει και ο καλλιτέχνης.
Η «Έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών» εγκαινιάζεται στο Μουσείο της Χάιφα.
26/09/1962
Η ίδια έκθεση παρουσιάζεται στο Δημοτικό Μουσείο του Τελ- Αβίβ.
1963
18/01-05/02/1963


21/04-01/06/1963
Συμμετέχει με σχέδια στην VII. Bienal de São Paulo.
Ο καλλιτέχνης και ο Αντ. Σώχος παρουσιάζουν έργα τους στον Παρνασσό ως προσκεκλημένοι των καλλιτεχνών της ομάδας Το Εργαστήρι μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης της νεότερης εργασίας των μελών της.
Εκθέτει στην Ζ΄ Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου το έργο Κυκλαδίτικο πάνω σε βάθρο του αρχιτέκτονα Αντ. Ε. Κριεζή.
Άνοιξη 1964
Εκθέτει έργα του στην Γκαλερί Νέες Μορφές μαζί με άλλους καλλιτέχνες, αντιπροσώπους της τότε σύγχρονης ελληνικής τέχνης, σε έκθεση, η οποία οργανώνεται με την ευκαιρία του 6ου Συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Μορφωτικού Ιδρύματος.
4/1965
Συμμετέχει στην Η΄ Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου με τα έργα Εφηβικές Σκέψεις, Το Χωριατόπουλο παίζει, Δομή Μετακινούμενων Πλαστικών Χώρων και Σημερινή Γλυπτική.
1965
Από το έτος αυτό αρχίζει να φιλοτεχνεί το μεγάλο γλυπτικό σύνολο Τα ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο ολοκληρώνει περίπου 15 χρόνια μετά. (Ο Μ. Στεφανίδης χρησιμοποιεί για τη σύνθεση τον τίτλο Δίκη).
17/08-17/09/1966
Συμμετέχει στην Α΄ Διετή Υπαίθρια Έκθεση Γλυπτικής Φιλοθέης, που διοργανώνεται από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό των Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης στη Φιλοθέη και από την κοινότητα Φιλοθέης στον παιδικό κήπο του Δημ. Πικιώνη (Φιλοθέη).
Εκθέτει στο Musée Rodin.
1967


05/04-10/05/1967

12/1967
Από το έτος αυτό και εξής ασχολείται και με την «μικρογλυπτική». Ο καλλιτέχνης προβάλλει σε οθόνη μικρογραφίες γλυπτών, ώστε αυτές να αποκτήσουν έτσι μνημειακές διαστάσεις.
Συμμετέχει στην Θ΄ Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση Ζαππείου με τα έργα Η περί Έρωτος και Ελληνική Λαϊκή Τέχνη.
Συμμετέχει στην έκθεση «Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη», η οποία διοργανώνεται στο Musée Rath της Γενεύης. Στην έκθεση εκτίθενται 52 πίνακες, 21 γλυπτά και 45 χαρακτικά Ελλήνων καλλιτεχνών.
1969
Δημοσιεύει τη μελέτη του με τίτλο Πλαστική.
1970
Συμμετέχει στην Expo ’70 στην Οζάκα της Ιαπωνίας.
01/1973
Διοργανώνει έκθεση έργων κεραμικής των σπουδαστών του στην αίθουσα του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας στην Αθήνα.
1975
Δημοσιεύει τη μελέτη-αποτέλεσμα της έρευνας για τον εντοπισμό, την αποσαφήνιση και την κατάταξη των γλυπτών στον υπαίθριο χώρο του Δήμου Αθηναίων με τίτλο Χωροθετικό Διάγραμμα Γλυπτών Έργων Δήμου Αθηναίων Νεωτέρας Ελλάδος.
17/12/1979
Στην Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου εγκαινιάζεται η ατομική έκθεση του καλλιτέχνη «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί», όπου εκτίθενται δεκαέξι γλυπτικές συνθέσεις με κινούμενες ειδωλιόσχημες φόρμες και δώδεκα παιδικά κεφαλάκια από τερρακότα.
05/1980
Η έκθεση «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί» παρουσιάζεται στο Ινστιτούτο Goethe στη Θεσσαλονίκη. Στην έκθεση εκτίθενται έντεκα συνθέσεις με κινούμενες ειδωλιόσχημες φιγούρες, τέσσερα παιδικά κεφαλάκια από τερρακότα, μεταξοτυπίες (χρωματιστές με το χέρι) και το σχέδιο του καλλιτέχνη Πολυτεχνείο.
1982
Σκηνοθετεί μαζί με την Αθηνά Σχινά το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους Οι Περιστεριώνες της Τήνου,το οποίο αναφέρεται στα ιδιόμορφα κτίσματα, που έχουν κατασκευαστεί για τα περιστέρια του νησιού που αποτελεί και τόπο καταγωγής τού καλλιτέχνη.
1990
Προσφέρει στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών ως δωρεά την προτομή της μητέρας του. Έργα του είχε προσφέρει στο Μουσείο και πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
24/09/1998
Πεθαίνει στην Αθήνα.
(;)-30/06/2005
Έργα του καλλιτέχνη παρουσιάζονται στην Αίθουσα Τέχνης Επίπεδα στην Αθήνα στο πλαίσιο της ομαδικής έκθεσης «Καλοκαιρινό Σαλόνι».
30/10-30/11/2005
Διοργανώνεται στην Αίθουσα Τέχνης Επίπεδα η ομαδική έκθεση «Αντιπαράθεση Τάσεων», στην οποία εκτίθενται και έργα του καλλιτέχνη.




2. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΣΠΗΤΕΡΗ

Α/ΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1Βιογραφικό, χειρόγραφο (2 σσ.).
2Βιογραφικό, χειρόγραφο (2 σσ.) (βρέθηκε συρραμμένο με το α/α 22).
3Βιογραφικό, δακτυλόγραφο στα γαλλικά.
4Απόσπασμα, χειρόγραφο, από το προσχέδιο του λήμματος του Τώνη Π. Σπητέρη ΛΑΜΕΡΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ στην Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 5 (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1985), 16/10/1980.
5Επιστολή, δακτυλόγραφη, του Anthony J. T. Kloman (Chairman, International Sculpture Competition) προς τον καλλιτέχνη στα αγγλικά, Λονδίνο, 24/04/1953. Στο κάτω αριστερό άκρο της επιστολής βρίσκεται επικολλημένο απόκομμα από τον ημερήσιο τύπο, το οποί συνοψίζει το περιεχόμενο αυτής στα ελληνικά.
6Έντυπο όπου αναγράφονται τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και τα ονόματα της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής του International Sculpture Competition (διοργάνωση του Institute of Contemporary Arts, London). Στο ίδιο έγγραφο περιλαμβάνεται ιδιόγραφος κατάλογος του καλλιτέχνη με τις βραβευμένες και μη βραβευμένες χώρες, που έλαβαν μέρος στη διοργάνωση.
7Επιστολή, δακτυλόγραφη με ιδιόγραφη συμπλήρωση και διορθώσεις, του καλλιτέχνη προς τον Σπητέρη, Αθήνα, 30/03/1960 (2 σσ.).
8Επιστολή, ιδιόγραφη, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Bενετία, 07/04/1960 (2 σσ.).
9Επιστολή, ιδιόγραφη, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Βενετία, 19/04/1960 (2 σσ.).
10Επιστολή, ιδιόγραφη, του καλλιτέχνη προς τον Σπητέρη, Αθήνα, 24/04/1960.
11Τηλεγράφημα του καλλιτέχνη προς τον Σπητέρη, Αθήνα, 24/04/1960.
12Τηλεγράφημα του καλλιτέχνη προς τον Σπητέρη, Αθήνα, 23/05/1960.
13Επιστολή, δακτυλόγραφη με ιδιόγραφες σημειώσεις, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Βενετία, 03/08/1960.
14Επιστολή, ιδιόγραφη, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Βενετία, απόγευμα 03/08/1960.
15Τηλεγράφημα του καλλιτέχνη προς τον Σπητέρη, Αθήνα, 06/08/1960.
16Επιστολή, ιδιόγραφη, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Βενετία, 27/11/1960.
17Επιστολή, δακτυλόγραφη με χειρόγραφες διορθώσεις, του καλλιτέχνη προς το ζεύγος Σπητέρη, Αθήνα, 05/12/1960.
18Επιστολή, ιδιόγραφη, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Βενετία, 14/02/1961 (2 σσ.).
19Επιστολή, δακτυλόγραφη, του Σπητέρη προς τον καλλιτέχνη, Παρίσι, 26/02/1967 (2 σσ.) (με ιδιόγραφες συμπληρώσεις και διορθώσεις).
20Επιστολή, ιδιόγραφη, του καλλιτέχνη προς τον Σπητέρη (2 σσ.).
21Κατάλογος ομαδικής έκθεσης, τμήμα με βιογραφικό σημείωμα και αναπαραγωγή έργου, 02-23/05/1957 (2 σσ.). (Πρόκειται για τμήμα του καταλόγου της έκθεσης «Σώχος – Γουναρό – Λαμέρας – Μπουζιάνης Παπαδημητρίου. Ζωγραφική-Γλυπτική-Χαρακτική» γνωστής και ως «Έκθεσης των πέντε» στη Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων, Αθήνα).
22Δελτίο καταγραφής των έργων του καλλιτέχνη με τα οποία συμμετείχε στην ΧΧΧ. Exposition Biennale Internationale d’ Art, Βενετία, Ιούνιος-Οκτώβριος 1960, 13/04/1960 (βρέθηκε συρραμμένο με το α/α 2).
23-24Κατάλογος ατομικής έκθεσης, «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί», Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, 12/1979 (διπλός).
25Κατάλογος ατομικής έκθεσης, «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί», Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, 12/1979.
26Έντυπο έκθεσης με βιογραφικό σημείωμα, αναπαραγωγή έργου και αποσπάσματα τεχνοκριτικών για την παρουσίαση έργων του καλλιτέχνη στην Biennale της Βενετίας το 1960.
27Φωτογραφία του καλλιτέχνη, α/μ.
28Φωτογραφία έργου, α/μ, «Το μουσικό όργανο», 1946.
29Φωτογραφία έργου, α/μ, Μωυσής(;), 1952(;).
30Φωτογραφία έργου, έγχρωμη, «Γ. Μεταξάς», Αργοστόλι.
31Φωτογραφία έργου, α/μ, «Γλυπτική κήπου».
32Φωτογραφία έργου, α/μ, “Composition No 11”.
33Φωτογραφία έργου, α/μ, «Φυσικό».
34-35Φωτογραφίες έργων, α/μ (2).
36Αναπαραγωγές έργων (2) σε κατάλογο έκθεσης(;), α/μ, «Η Πεντέλη», 1948 και σχέδιο, 1950.
37Αναπαραγωγές έργων (2) σε κατάλογο έκθεσης(;), α/μ, “The Unknown Political Prisoner”, 1953 και σχέδιο με μελάνι, 1955.
38«Ο γλύπτης Λαμέρας θα παρουσιάση σειρά έργων του στην “Μπιεννάλε” της Βιέννης [sic] το 1960», ΕΙΚΟΝΕΣ, 03/08/1959 (3 σσ.).
39Άγγελος Γ. Προκοπίου, «Ο κυβισμός και η αφηρημένη τέχνη στην Μπιεννάλε», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/07/1960.
40«Ο ανδριάς του ήρωος στρατιώτου εις το Καλπάκι», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/02/1967.
41«Η ελληνική αφηρημένη τέχνη. Επιστολή γλυπτών», ΤΟ ΒΗΜΑ, 30/05/1974.
42Φ. Ν. Κλεάνθης, «“Αγγίξτε κι ακούστε”. Έκθεση για τα παιδιά και τους τυφλούς του Λάζαρου [sic] Λαμέρα στην Πινακοθήκη», ΤΑ ΝΕΑ, 13/12/1979.
43-45Στέλιος Λυδάκης, «Ο Λάζαρος Λαμέρας και η πλαστική. Έκθεσις της Εθνικής Πινακοθήκης», ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, 23/12/1979 (τριπλό).



3. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΣΠΗΤΕΡΗ

Μέσα από τη μελέτη του υλικού που συνέλεξε ο Τώνης Σπητέρης για τον Λάζαρο Λαμέρα φωτίζονται οι βασικές πτυχές της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του γλύπτη και καθίσταται, έτσι, δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για την εξελικτική πορεία και τον χαρακτήρα του έργου του.

Το πιο ενδιαφέρον είδος από τα τεκμήρια του φακέλου, που υπερέχει και αριθμητικά, είναι οι επιστολές, που έχουν διασωθεί από την αλληλογραφία του γλύπτη με τον Τώνη Σπητέρη. Έντεκα επιστολές[1] και τρία τηλεγραφήματα[2] μαρτυρούν την επικοινωνία μεταξύ των δύο αντρών κατά την περίοδο 1960-1967.

Η αλληλογραφία πυκνώνει κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της ελληνικής παρουσίας στην 30η Biennale της Βενετίας το 1960. Στην Biennale συμμετέχουν ο Λαμέρας, ως ένας από τους πέντε Έλληνες καλλιτέχνες που αντιπροσωπεύουν την χώρα στην έκθεση, και ο Σπητέρης ως Επίτροπος, εντεταλμένος από την Ελληνική Επιτροπή για την οργάνωση της παρουσίας της ελληνικής αποστολής στη Βενετία.

Στις επιστολές που σχετίζονται με την Biennale της Βενετίας σκιαγραφούνται οι διεργασίες για τη συμμετοχή σε μια διεθνούς εμβέλειας έκθεση σύγχρονης τέχνης. Ειδικά στις επιστολές του Σπητέρη παρακολουθούμε μέσα από τις προτάσεις του[3] και τις οδηγίες του[4] προς τον Λαμέρα ορισμένα από τα στάδια εξέλιξης του σχεδιασμού της έκθεσης στο ελληνικό περίπτερο στους Κήπους (Giardini) της Biennale.

Παράλληλα, διαπιστώνουμε πως, παρά τις προσπάθειες για μια επιτυχημένη εκπροσώπηση της Ελλάδας, δεν λείπουν κάποια αρνητικά σημεία[5] όσον αφορά στη συνεργασία με ελληνικούς κρατικούς φορείς, γεγονός που προκαλεί δυσαρέσκεια και πικρία στον Σπητέρη. Ο τεχνοκριτικός, ωστόσο, δεν παραιτείται και φροντίζει κατά τη διάρκεια της έκθεσης για την προώθηση των Ελλήνων καλλιτεχνών, μεσολαβώντας ο ίδιος για την πώληση των έργων τους.[6]

Από τις επιστολές, που σχετίζονται με την Biennale, αυτή της 30ης Μαρτίου 1960 (εικ. 1α-β)[7], συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση μίας πτυχής του έργου του Λαμέρα. Ο καλλιτέχνης, με αφορμή κάποιες φωτογραφίες έργων που στέλνει στον Σπητέρη στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την έκθεση, αποκαλύπτει ένα από τα πρότυπά του, περιγράφει κάποιες από τις τότε πρόσφατες δημιουργίες του και εξηγεί τον συμβολισμό τους.



εικ. 1α


εικ. 1β
Δακτυλόγραφη επιστολή του Λάζαρου Λαμέρα προς τον Τ. Σπητέρη, Αθήνα, 30 Μαρτίου 1960


Στην αλληλογραφία που τοποθετείται χρονικά μετά τη λήξη της Biennale, διακρίνεται ένταση στη διαπροσωπική σχέση των δύο αντρών,[8] η οποία προϋπήρχε, όπως αποκαλύπτεται από την εξέταση των επιστολών του Σπητέρη με τους συνεκθέτες του γλύπτη στη διοργάνωση[9]. Μάλιστα ένα σχόλιο του τεχνοκριτικού για τον Λαμέρα σε άρθρο του στην Ελευθερία[10] το 1967 προκαλεί την οργή του τελευταίου και η προσωπική διένεξη αποκτά δημόσιο χαρακτήρα.[11] Η επιστολή του τεχνοκριτικού προς τον γλύπτη στις 26 Φεβρουαρίου 1967[12] εντάσσεται στο πλαίσιο αυτής της διένεξης.

Σημαντικό τεκμήριο του φακέλου, το οποίο μαρτυρεί την επιτυχία και την αναγνώριση του γλύπτη σε διεθνείς διοργανώσεις, είναι το φωτοαντίγραφο της επιστολής του Anthony J. T. Kloman προς τον καλλιτέχνη.[13] Πρόκειται για μία συγχαρητήρια επιστολή του προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής του Διεθνούς Διαγωνισμού Γλυπτικής, ο οποίος είχε προκηρυχθεί το 1953 από το Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου. Ο διαγωνισμός, που είχε ως σκοπό τη φιλοτέχνηση έργων για το «Μνημείο του Αγνώστου Πολιτικού Κρατουμένου», οδήγησε στη βράβευση, με το χρηματικό έπαθλο των 25 λιρών, δώδεκα καλλιτεχνών από διαφορετικές χώρες, ανάμεσά τους και του Λαμέρα, καθώς και σε μια έκθεση των βραβευμένων έργων στην Tate Gallery όπου υπήρξε αθρόα η προσέλευση του κοινού, όπως παρατηρεί ο Kloman.

Το γεγονός της βράβευσης του Λαμέρα γνωστοποιείται από τον ημερήσιο τύπο και στο ελληνικό κοινό. Μια περίληψη του περιεχομένου της επιστολής στα ελληνικά δημοσιεύεται σε άρθρο, το οποίο υπάρχει στον φάκελο του καλλιτέχνη και έχει επικολληθεί, ως συμπληρωματικό τεκμήριο, στην επιστολή του Kloman προς τον γλύπτη.

Από τα έντυπα των εκθέσεων, που υπάρχουν στον φάκελο ξεχωρίζει το επίσημο Δελτίο Καταγραφής Έργων (εικ. 2)[14], το οποίο μας πληροφορεί για τον αριθμό, το είδος, το υλικό κατασκευής και τις τιμές πώλησης των έργων με τα οποία ο Λαμέρας είχε συμμετάσχει στην 30η Biennale της Βενετίας.



εικ. 2, Δελτίο καταγραφής των έργων του Λάζαρου Λαμέρα με τα οποία ο ίδιος συμμετείχε στην ΧΧΧ. Exposition Biennale Internationale d’ Art, Βενετία, 13 Απριλίου 1960


Επίσης, οι δύο κατάλογοι της έκθεσης «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί»,[15] η οποία διοργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 1979 στην Εθνική Πινακοθήκη, με την πλούσια εικονογράφησή τους αποτελούν σημαντική πηγή για τη μελέτη της κινητικής γλυπτικής, με την οποία ασχολήθηκε ο Λαμέρας από το 1960 και στο εξής.

Τέλος, οι φωτογραφίες ορισμένων από τα γλυπτά του καλλιτέχνη συμπληρώνουν το ήδη δημοσιευμένο φωτογραφικό υλικό που αφορά στο έργο του, ενώ τα λιγοστά αποκόμματα από τον ημερήσιο τύπο[16] συμβάλλουν στην αποτίμηση της υποδοχής συγκεκριμένων δημιουργιών του γλύπτη από τους κριτικούς. Το γεγονός ότι από ένα σύνολο έξι δημοσιευμάτων τα δύο[17] αναφέρονται στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης του 1979 φανερώνει πιθανότατα το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που προκάλεσε στον Σπητέρη η συγκεκριμένη έκθεση του Λάζαρου Λαμέρα.



4. ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Λάζαρος Λαμέρας. Πειραματισμοί στον Δρόμο της Αφαίρεσης

Ο Λάζαρος Λαμέρας, με την πολυετή εικαστική του δημιουργία, ανήκει στους καλλιτέχνες εκείνους, οι οποίοι με τη διάθεση για πειραματισμό, που τους διέκρινε, συνέβαλαν στην εξέλιξη της ελληνικής τέχνης, και πιο συγκεκριμένα της γλυπτικής του 20ου αιώνα. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα του γλύπτη εντοπίζεται χρονικά στην περίοδο από το 1932 ως το 1998. Τη δεκαετία του ’30 ο Λαμέρας, παράλληλα με τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στην École Superieure des Beaux Arts του Παρισιού, συμμετέχει ενεργά στην καλλιτεχνική σκηνή της χώρας του. Παρουσιάζει σε εκθέσεις ομάδων Ελλήνων καλλιτεχνών πρώιμα έργα του, όπως προτομές και γλυπτά, που αποδίδουν την ανθρώπινη μορφή και ήδη αρχίζει να λαμβάνει μέρος στις κρατικές Πανελληνίους.

Στις προσπάθειές του αυτής της περιόδου, αλλά και γενικότερα στα παραστατικά του έργα, ο καλλιτέχνης εμπνέεται από την αρχαϊκή πλαστική[18] (βλ. π.χ. τα γλυπτά του Κεφαλή Κόρης (1938) και Κόρη (1950))[19] και δεν απομακρύνεται εντελώς από την ακαδημαϊκή, συντηρητική αισθητική.[20] Ωστόσο, ήδη από τα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας είναι εμφανής η τάση του να πλάθει τις μορφές του συνοπτικά, αποφεύγοντας τη λεπτομερή επεξεργασία των πλαστικών όγκων και την απόδοση παραπληρωματικών στοιχείων (εικ. 3).[21] Με αυτήν τη μέθοδο εργασίας ο γλύπτης δίνει έμφαση στα ουσιαστικά χαρακτηριστικά των δημιουργιών του.[22] Εκτός από τον τρόπο, που πλάθει το υλικό του, ο Λαμέρας χρησιμοποιεί συχνά ως μέσα έκφρασης την υφή[23] και τα χρώματα της πέτρας και του μαρμάρου,[24] που επεξεργάζεται. Έτσι ο καλλιτέχνης πλουτίζει το εικαστικό του λεξιλόγιο αλλά δεν αποφεύγει την έντονη διακοσμητικότητα σε αρκετά έργα του.[25]



εικ. 3, Φυσικό, χ. χ., μάρμαρο. Ασπρόμαυρη φωτογραφία γλυπτού του Λάζαρου Λαμέρα από τον φάκελο του καλλιτέχνη


Παράλληλα με τη φιλοτέχνηση παραστατικών έργων ο Λαμέρας πειραματίζεται με διάφορες τεχνικές και προσπαθεί να αποδεσμευτεί από τα καθιερωμένα πρότυπα, που επικρατούν στην ελληνική τέχνη. Η αναζήτηση νέων τρόπων πλαστικής έκφρασης είναι στοιχείο εμφανές ήδη από τα νεανικά χρόνια του γλύπτη. Ως φοιτητής της ΑΣΚΤ παρουσιάζει σε έκθεση σπουδαστών το 1932 το έργο του Ανάσταση (εικ. 4), το οποίο θεωρείται το πρώτο ανεικονικό γλυπτό στην Ελλάδα.[26]



εικ. 4, Ανάσταση, 1932, ορείχαλκος, 29 x 2,5 x 2,3 εκ., Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών


Το έργο αυτό, που ανήκει στη συλλογή του Τελλογλείου Ιδρύματος,[27] αποτελεί, πράγματι, μια πρώιμη προσπάθεια του νέου καλλιτέχνη να αποστασιοποιηθεί από τα έως τότε ισχυρά εικονιστικά πρότυπα, που επικρατούσαν στη νεοελληνική γλυπτική. Πάνω σε ένα μικρό κυβικό βάθρο στηρίζεται κάθετα ένα καμπυλόσχημο κομμάτι ορείχαλκου, ύψους 28,5 εκ.. Το μέταλλο έχει δουλευτεί από τον καλλιτέχνη έτσι, ώστε να δημιουργούνται εναλλαγές στον πλαστικό του όγκο. Αν και συμπαγές, το γλυπτό μοιάζει να είναι αβαρές, σαν ένα πούπουλο. Η αδρότητα του υλικού σε συνδυασμό με τις ανομοιομορφίες, που προκύπτουν από το πλάσιμό του, επιτρέπουν το παιχνίδισμα του φωτός στην επιφάνεια του μετάλλου. Έτσι, λόγω της αντανάκλασης του φωτός δημιουργούνται περιοχές φωτεινές και σκοτεινές, που μεταβάλλονται ανάλογα με τη θέση παρατήρησης του θεατή, προσδίδοντας ποικιλία στην πρόσληψη της μορφής του γλυπτού.

Το γλυπτό, αν λάβει κανείς υπόψη του τη διαμόρφωσή του και τον κάθετο άξονα ανάπτυξης του πλαστικού όγκου, θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί ως μια αφαιρετική διατύπωση ενός ανθρώπινου σώματος, η οποία προκύπτει από τη δραστική απλοποίηση των οργανικών μερών του. Ωστόσο, μια τέτοια ανάγνωση είναι αρκετά αυθαίρετη, αφού το έργο μορφολογικά είναι δυνατό να συγκριθεί και με άλλες οργανικές φόρμες αποδοσμένες αφαιρετικά, όπως το Πουλί στο διάστημα (1940) του Ρουμάνου γλύπτη C. Brancusi. Στην περίπτωση του γλυπτού του Λαμέρα, όμως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η προσπάθεια εύρεσης του εικονιστικού του προτύπου. Πιο σημαντικό στοιχείο είναι η διαπίστωση της πρώιμης διάθεσης του γλύπτη για πειραματισμό και πολύ περισσότερο της επίσης πρώιμης στροφής του προς τον δρόμο της αφαίρεσης, έστω κι αν ο ίδιος δεν ακολούθησε τον δρόμο αυτό με σταθερό ρυθμό.

Πράγματι, μετά το έργο του 1932, μόλις το 1946, ο Λαμέρας δοκιμάζει και πάλι τις νέες δυνατότητες έκφρασης, τις οποίες του παρέχει η απομάκρυνση από την απτή πραγματικότητα. Ακολουθούν το έργο του Πεντέλη σε Έκσταση,[28] στην πρώτη μεταπολεμική Πανελλήνιο Έκθεση το 1948 και η βραβευμένη σύνθεση στον Διεθνή Διαγωνισμό Γλυπτικής για το Μνημείο του Αγνώστου Πολιτικού Κρατουμένου, ο οποίος είχε προκηρυχθεί το 1953 από το Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο. Η περιστασιακή ενασχόληση του γλύπτη με την αφηρημένη τέχνη σχολιάζεται από τον Σπητέρη στο βιβλίο του Τρεις Αιώνες Νεοελληνικής Τέχνης 1660-1967. Ο τεχνοκριτικός, αναφερόμενος στην παρουσίαση της Ανάστασης στην έκθεση της ΑΣΚΤ το 1932 γράφει:

«Το γεγονός όμως είναι τελείως συμπτωματικό, αφού ο ίδιος καλλιτέχνης μόνο στα 1946 παρουσίασε ένα δεύτερο αφηρημένο γλυπτό, το “Μουσικό όργανο”.»[29]

Το σχόλιο αυτό εκ μέρους του Σπητέρη είναι άστοχο και μάλλον αδικεί τον γλύπτη. Στην περίοδο «αδράνειας» του καλλιτέχνη πρέπει να συνυπολογιστούν τόσο το διάστημα σπουδών του, όσο και τα χρόνια του πολέμου. Ο Λαμέρας, αναγκασμένος να επιστρέψει από το Παρίσι στην Ελλάδα εξαιτίας της κήρυξης του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, βιώνει τις δύσκολες συνθήκες της περιόδου της Κατοχής. Σε αυτό το διάστημα η ανάγκη κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών[30] ωθεί τους περισσότερους καλλιτέχνες, στο να διακόψουν τους πειραματισμούς τους με νέες τεχνοτροπίες. Επιπλέον, η δυσκολία στην προμήθεια των υλικών εξαιτίας των υψηλών τιμών τους αλλά και η γενικότερη απομόνωση της χώρας είναι παράγοντες που οδηγούν συχνά τους δημιουργούς σε στασιμότητα. Ένα ευρύτερο φαινόμενο, που επηρεάζει την εξελικτική πορεία πολλών καλλιτεχνών, είναι και η αμφιταλάντευση ανάμεσα στην αφηρημένη και την παραστατική τέχνη. Οι περισσότεροι από αυτούς, για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, αναλαμβάνουν παραγγελίες έργων, τα οποία είναι στην πλειοψηφία τους παραστατικά. Στην εκτέλεση των έργων αυτών, όμως, υποχρεώνονται να ακολουθήσουν κατευθυντήριες γραμμές και περιορισμούς, που θέτει ο παραγγελιοδότης.[31] Έτσι, ενώ οι ιδιωτικές παραγγελίες και οι κρατικές αναθέσεις εξασφαλίζουν σε πολλούς γλύπτες ένα σταθερό εισόδημα, λειτουργούν πολλές φορές ανασταλτικά στην εξελικτική τους πορεία.[32]

Την περίοδο «αδράνειας» του Λαμέρα, που τερματίζεται με τη λήξη του πολέμου, διαδέχεται το διάστημα κατά το οποίο ο ίδιος πειραματίζεται πιο έντονα από ποτέ, δοκιμάζοντας ποικίλες τεχνικές, προκειμένου να εκφραστεί πλαστικά. Η αυξημένη αυτή δραστηριότητα του γλύπτη προς διαφορετικές κατευθύνσεις στον χώρο της τέχνης εντοπίζεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 έως και το τέλος της δεκαετίας του ’70.

Σημαντικός σταθμός στην καλλιτεχνική πορεία του Λαμέρα εκείνης της περιόδου είναι η συμμετοχή του στην 30η Biennale της Βενετίας, το 1960, μαζί με τους ζωγράφους Αλέκο Κοντόπουλο και Γιάννη Σπυρόπουλο, την γλύπτρια Άλεξ Μυλωνά και τον χαράκτη Ευθύμιο Παπαδημητρίου.[33] Η πρώτη και μοναδική συμμετοχή του Λαμέρα στον θεσμό της Biennale της Βενετίας συμπίπτει με το γεγονός ότι η παρουσία της ελληνικής αποστολής εκείνου του έτους κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία της εξέλιξης της νεοελληνικής τέχνης.

Η διοργάνωση του 1960 θεωρείται σταθμός στην εξελικτική πορεία της αφηρημένης τέχνης στην Ελλάδα,[34] διότι τότε για πρώτη φορά οι Έλληνες καλλιτέχνες, που είχαν επιλεγεί, ασχολούνταν όλοι, ανεξαιρέτως, με την αφηρημένη τέχνη.[35] Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Biennale του 1956, βέβαια, συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη αυτής της τάσης,[36] καθώς ορισμένοι από τους γλύπτες της αποστολής, όπως οι Κλέαρχος Λουκόπουλος, Γιώργος Ζογγολόπουλος και Αχιλλέας Απέργης, είχαν κιόλας στραφεί την εποχή εκείνη στην αφαίρεση. Στη διοργάνωση όμως του 1960 τρεις (ζωγραφική, γλυπτική και χαρακτική) και όχι ένας τομέας τέχνης, αντιπροσωπεύονταν από καλλιτέχνες, που πειραματίζονταν με αφαιρετικούς τρόπους έκφρασης. Η ιδιαίτερη σημασία της ελληνικής συμμετοχής στη διοργάνωση του 1960 ενισχύεται ακόμη από το γεγονός ότι η χώρα, με το βραβείο της Unesco, που απονεμήθηκε τότε στον Γ. Σπυρόπουλο, λάμβανε για πρώτη φορά σημαντική τιμητική διάκριση σε διεθνή καλλιτεχνική διοργάνωση.[37]

Η εξέταση της συμμετοχής του Λαμέρα στην Biennale του 1960 κρίνεται απαραίτητη, διότι στις δημιουργίες του, που παρουσιάστηκαν στην έκθεση, συμπυκνώνονται στοιχεία, τα οποία συμβάλλουν στην κατανόηση του ευρύτερου χαρακτήρα του έργου του και της προσφοράς του στη νεοελληνική γλυπτική. Επιπλέον, μπορούμε να θεωρήσουμε πως στα έργα του, που εκτέθηκαν στην Biennale, αντιπροσωπεύονται δύο από τις βασικότερες τεχνοτροπίες – αφηρημένη και κινητική γλυπτική – με τις οποίες δούλεψε ο Λαμέρας, για να εκφραστεί κατά την περίοδο της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας.

Στην Biennale του 1960 ο καλλιτέχνης συμμετείχε με δέκα γλυπτά και δέκα σχέδια.[38] Τα γλυπτά του, φιλοτεχνημένα την περίοδο από το 1953 έως και το 1960, ήταν στην πλειοψηφία τους αφαιρετικά έως εντελώς ανεικονικά. Η εκπροσώπηση του καλλιτέχνη με ανεικονικά κυρίως έργα τέχνης δεν ξάφνιαζε, καθώς ο Λαμέρας θεωρούνταν ένας από τους πρώτους γλύπτες στην Ελλάδα, που είχαν αρχίσει να δοκιμάζουν τις δυνατότητες της αφηρημένης έκφρασης στην τέχνη τους, ήδη από το 1932[39] [βλ. Ανάσταση (1932), εικ. 4, Μουσικό Όργανο (1946) (εικ. 5), Πεντέλη σε Έκσταση (1948),[40] Μνημείο του Αγνώστου Πολιτικού Κρατουμένου (1953)[41]]. Η μορφολογική ιδιαιτερότητα κάποιων από τα έργα που παρουσίασε, ήταν ότι σε ορισμένα από αυτά συνδυάζονταν στατικά και κινητικά μέρη. Το χαρακτηριστικό αυτό μαρτυρεί την εισαγωγή του καλλιτέχνη σε ακόμη ένα πεδίο πειραματισμού, στην «κινούμενη γλυπτική»[42], όπως ο ίδιος την ονόμασε σε άρθρο του το 1967.



εικ. 5, Μουσικό Όργανο, 1946. Ασπρόμαυρη φωτογραφία έργου


Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού του είδους γλυπτικής, με το οποίο ασχολήθηκε ο Λαμέρας από τα τέλη της δεκαετίας του 1940[43] και έπειτα, είναι η σύνθεση Η Ζωή Συνεχίζεται (1959) (εικ. 6), μια από τις τρισδιάστατες δημιουργίες του, που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στην Biennale.[44] Το έργο, που εκτέθηκε σε εξωτερικό χώρο,[45] αποτελείται από επιμέρους τμήματα, τα οποία αναπτύσσονται κάθετα. Πάνω σε τρία κομμάτια έγχρωμου μαρμάρου, που θυμίζουν μικρούς βράχους, φύονται μεταλλικές ράβδοι, πέντε από τις οποίες αναπτύσσονται σε εξαιρετικά μεγάλο ύψος, σαν υπερφυσικά αγκαθωτά φυτά.[46] Από διάφορα σημεία των φανταστικών κορμών και κυρίως από τις απολήξεις τους ξεπηδούν λεπτές μεταλλικές ταινίες, που εξαιτίας της ελαφρότητάς τους μπορούν με το φύσημα του ανέμου να τεθούν σε κίνηση.[47]



εικ. 6, Η Ζωή συνεχίζεται, 1959, έγχρωμο μάρμαρο και μέταλλο


Ανάλογο, εν μέρει «κινούμενο γλυπτό»[48] του Λαμέρα είναι η Χιροσίμα (1958) (εικ. 7), που εκτέθηκε επίσης στην Biennale της Βενετίας, όπως και στην Α΄ Διετή Υπαίθρια Έκθεση Γλυπτικής στη Φιλοθέη το 1966. Η σύνθεση αποτελείται και σ’ αυτήν την περίπτωση από ένα στατικό και ένα κινούμενο τμήμα. Πάνω σε ένα βάθρο και γύρω από κάθετη ράβδο αναπτύσσονται συμμετρικά δύο ακαθόριστες μορφές. Στην απόληξη της ράβδου, στερεωμένα σε δακτύλιο, σύρματα από ατσάλι πέφτουν «σαν πύρινη βροχή»[49] αποδίδοντας εικαστικά την τεράστια καταστροφή, που προκάλεσε η έκρηξη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα.[50]



εικ. 7, Χιροσίμα, 1958, μαύρο μέταλλο


Το πρότυπο, ή τουλάχιστον ένα από τα πρότυπα, για τη δημιουργία των φυτόμορφων, κινητικών γλυπτών της περιόδου πριν το 1960, το αποκαλύπτει ο γλύπτης σε επιστολή του προς τον Σπητέρη, την οποία συντάσσει στις 30 Μαρτίου 1960. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την παρουσία στην Biennale, ο Λαμέρας γράφει στον τεχνοκριτικό, προκειμένου να τον ενημερώσει για την τότε πρόσφατη δουλειά του:

«Στα νέα μου έργα θα δης ένα κινούμενα [ sic] έξονα [ sic] και διάφορα σχήματα που θα σου θυμίσουν ένα πολύ υψηλό αγκάθι, αυτό βρέθηκε μια μέρα μπροστά μας σε μένα και στον Τόμπρο σ’ ένα βουνό της Ηπείρου, το έχω φωτογραφίσει και όταν ρθω θα σου το δείξω.»[51] (εικ. 8α-β)



εικ. 8α, Φωτογραφία του αγκαθιού, το οποίο πιθανόν υπήρξε πρότυπο για την κατασκευή κάποιων από τα φυτόμορφα γλυπτά του Λάζαρου Λαμέρα


εικ. 8β, Λεπτομέρεια από το έργο Η Ζωή συνεχίζεται


Στην ίδια επιστολή ο Λαμέρας παρουσιάζει ένα τρίτο γλυπτό, που εκτέθηκε επίσης στην Biennale της Βενετίας το 1960 και, αναφερόμενος στο συμβολικό του περιεχόμενο, το συνδέει νοηματικά με τα δύο προηγούμενα έργα:

«Το υπ’ αριθμόν 2 το [sic] έργον αυτό είναι από μέταλλο μαύρο ο συμβολισμός του έργου είναι ο ίδιος [σ.σ. με αυτόν του Η Ζωή συνεχίζεται] ότι μέσα από τα ερείπια βγαίνει πάντα ένα λουλούδι όπως π.χ. αν πάρουμε την καταστροφή που έγινε στο Ναγκασάκι και μέσα από την ζέστη τη μεγάλη εβγήκε από την άσφαλτο ένα παράξενο λουλούδι. Ο τίτλος είναι «γύρω από ένα κάθετον [sic] άξονα». Όλη μου η εργασία είναι γύρω από αυτό το θέμα. Έχω και δύο έργα μου παλαιότερα.»[52] [σ.σ. ένα από αυτά είναι πιθανότατα το γλυπτό Χιροσίμα]

Όπως διαπιστώνουμε από την εξέταση τριών από τα γλυπτά, με τα οποία ο Λαμέρας συμμετείχε στην Biennale του 1960, ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50 και στο πλαίσιο των προσωπικών του μορφοπλαστικών αναζητήσεων, ο γλύπτης απομακρύνεται σταδιακά από την πλαστική απόδοση του θέματος «ανθρώπινη μορφή» και συγκινείται όλο και περισσότερο από ερεθίσματα που του παρέχει το φυσικό περιβάλλον.[53] Οι δημιουργίες του, που συχνά θυμίζουν φυτικές μορφές,[54] παρμένες από φανταστικά, σουρρεαλιστικά,[55] θα μπορούσε να πει κανείς, τοπία, αποδίδονται σχηματοποιημένα. Η τάση του καλλιτέχνη προς την αφαίρεση εξακολουθεί να εκδηλώνεται και στους πειραματισμούς του με τα κινητικά γλυπτά του, ενώ τα υλικά κατασκευής των έργων του δεν είναι πλέον αποκλειστικά η πέτρα και το μάρμαρο. Από το 1957 ο Λαμέρας συμπεριλαμβάνει στις κατασκευές του αλουμίνιο, μπρούντζο και άλλα μέταλλα, που λόγω των φυσικών τους ιδιοτήτων παρέχουν νέες δυνατότητες επεξεργασίας, και επιτρέπουν στον γλύπτη να δημιουργεί φόρμες πιο λεπτές και εύκαμπτες.[56] Αργότερα ο καλλιτέχνης πειραματίζεται και με το ξύλο, το ατσάλι και τον πηλό, στα οποία επεμβαίνει επιπλέον χρωματίζοντάς τα με έντονα χρώματα.

Οι συνθέσεις του Λαμέρα, στις οποίες ενυπάρχει το στοιχείο της κίνησης, εμπίπτουν στο πεδίο της κινητικής τέχνης. Με αυτό το είδος τέχνης είχαν ασχοληθεί ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.[57] καλλιτέχνες, όπως οι Marcel Duchamp,[58] Naum Gabo, ορισμένοι εκπρόσωποι του Bauhaus και ο αμερικανός Alexander Calder,[59] ο οποίος το 1932 παρουσίασε για πρώτη φορά τα κινητικά γλυπτά του, γνωστά και ως mobiles.[60] Με την πρώτη επίσημη έκθεση “ Le Mouvement” το 1955 στην παρισινή γκαλερί Denise René,[61] οι πειραματισμοί με την κίνηση παίρνουν τη μορφή κινήματος.[62] Το γεγονός ωθεί, προφανώς, ορισμένους καλλιτέχνες όπως π.χ. τον Λαμέρα, σε συστηματικότερη ενασχόληση με την κινητική τέχνη. Εκτός από τον Λαμέρα, την ίδια περίοδο, κινητικά γλυπτά κατασκευάζει και ο γλύπτης Τάκης, ο οποίος από το 1954 εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται τόσο εκεί όσο και στην Αθήνα. Ο Τάκης, με τα Σινιάλα[63] του και από το 1959 με τα «τηλεμαγνητικά γλυπτά» του,[64] εισέρχεται στο πεδίο της κινητικής τέχνης, όπου ερευνά, πώς συμπεριφέρεται η ύλη κάτω από την επίδραση διαφόρων ειδών ενέργειας[65] και κυρίως της ηλεκτρομαγνητικής.

Από τη δεκαετία του 1960 στους πειραματισμούς του Λαμέρα προστίθεται και ένα ακόμη ζητούμενο, η παραγωγή ήχων διαφόρων τονικοτήτων, που προκαλούνται μέσα από την κίνηση ορισμένων τμημάτων των γλυπτών του.[66] Χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιτεύξεων του καλλιτέχνη στον τομέα των “μουσικών γλυπτών” είναι μια σειρά 16 συνθέσεων, που ο ίδιος παρουσιάζει το 1979 στην έκθεση «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί» στην Εθνική Πινακοθήκη (εικ. 9). Τα έργα αυτά θα μπορούσαν να παραλληλιστούν μορφολογικά ως ένα σημείο με τα mobiles του γλύπτη Alexander Calder. Επρόκειτο για συνθέσεις, που αποτελούνταν από μια μικρή, σταθερή, τραπεζιόσχημη, ορθογώνια ή και ακανόνιστου σχήματος βάση πάνω στην οποία είχε καρφωθεί ένα ελλειπτικό μεταλλικό στεφάνι.[67] Λεπτά διάφανα νήματα κρέμονταν από την περιφέρεια του στεφανιού διατρυπώντας το, ενώ στην κάτω απόληξή τους ήταν στερεωμένες, σε διαφορετικά ύψη, μικρές «ειδωλιόσχημες»[68] μορφές από ξύλο ή αλουμίνιο. Οι μορφές αυτές, χρωματισμένες με διάφορα έντονα χρώματα, αιωρούνταν και περίμεναν την επέμβαση των θεατών να τις ζωντανέψει θέτοντάς τις σε κίνηση με τα χέρια του ή με ένα απλό φύσημα.



εικ. 9, Ένα από τα κινητικά και μουσικά γλυπτά του Λάζαρου Λαμέρα, το οποίο εκτέθηκε στην ΕΠΜΑΣ κατά τη διάρκεια της έκθεσης «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί», Δεκέμβριος 1979


Τις δυνατότητες της γλυπτικής που εμπεριέχει όχι μόνο την κίνηση αλλά και τον ήχο διερευνά κατά τη δεκαετία του 1960 και ο Τάκης. Ο γλύπτης πειραματίζεται από το 1965 πάνω στα «μουσικά γλυπτά»[69] και παρουσιάζει αποτελέσματα των δοκιμών του το 1974 στην έκθεση «Τάκης. Μουσικοί Χώροι» στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Ανόβερο καθώς και σε μεταγενέστερες εκθέσεις.[70] Και σ’ αυτήν την περίπτωση ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τον μαγνητισμό, ώστε να παράγει ήχο, ο οποίος «“περισυλλέγεται” από ένα μικρόφωνο, και, μέσω ενός ενισχυτή διαχέεται στον χώρο…».[71]

Οι δημιουργίες του Λαμέρα στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης παρήγαγαν επίσης ήχο. Ωστόσο, το ενδιαφέρον στην κατηγορία αυτή των έργων του γλύπτη έγκειται στο ότι τα έργα προϋπέθεταν τη συμμετοχή του θεατή-επισκέπτη για να λειτουργήσουν.[72] Ο Λαμέρας ξάφνιαζε θετικά το κοινό και τους κριτικούς, καθώς παράλληλα με την εισαγωγή της κίνησης σε μια τέχνη καθαρά στατική, προσκαλούσε τον θεατή να αναμειχθεί στην καλλιτεχνική διαδικασία αγγίζοντας τα αποτελέσματα των πλαστικών αναζητήσεων του δημιουργού. Με την προτροπή του αυτήν ο γλύπτης καταστρατηγούσε μια αρχή, που κατά παράδοση τηρούνταν στα μουσεία και στις γκαλερί.[73]

Όπως ο ίδιος γράφει στη μελέτη του Πλαστική:

«Η πλαστική είναι τέχνη της αφής. Η πλαστική δια της αφής γίνεται νόησις. Ο,τιδήποτε πάρει κανείς εις τα χέρια του και το ψαύση, η αίσθησις της αφής το μεταφράζει εις σώμα πλαστικόν. Η πλαστική αυτή γεύσις των αντικειμένων είναι πρωταρχική ανθρώπινη ανάγκη. Ο άνθρωπος π.χ. και δη κατά την παιδικήν ηλικίαν, όταν ευρεθή εις την ακρογιαλιάν, αισθάνεται την ανάγκην να πάρη εις τα χέρια του τα βότσαλα […]. Το βλέμμα κατόπιν ελέγχει την αφήν και συμπληρώνει [sic] πλαστικήν έννοιαν ενός όγκου ή ενός χώρου.»[74]

Η πλαστική λοιπόν κατά τον Λαμέρα προϋποθέτει την αφή, ώστε να γίνει πλήρως κατανοητή. Ειδικά τα παιδιά έχουν ακόμη πιο ανεπτυγμένο το αισθητήριο της αφής, αφού ανακαλύπτουν τον κόσμο αγγίζοντας τα διάφορα αντικείμενα που τους περιβάλλουν. Στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης ο γλύπτης προβλέπει την ανάγκη τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων να αγγίζουν και να περιεργάζονται ό,τι βλέπουν και τους προσφέρει τις «ειδωλιόσχημες» φιγούρες του, βαμμένες με έντονα χρώματα και πλασμένες σε ποικίλα σχήματα με εμβαθύνσεις, προεξοχές και κοίλα μέρη. Οι κατασκευές αυτές του γλύπτη κεντρίζουν την προσοχή και προκαλούν τον επισκέπτη κάθε ηλικίας να τις θέσει σε κίνηση, να ακούσει τις μελωδίες, που παράγουν και να ανακαλύψει την υφή των υλικών, τα οποία έχει χρησιμοποιήσει ο καλλιτέχνης για την κατασκευή τους.[75]

Η ανακάλυψη των αντικειμένων με την αίσθηση της αφής γίνεται ενέργεια απαραίτητη σε άτομα, που δεν έχουν την ικανότητα της όρασης. Για τα άτομα αυτά η απόλαυση εικαστικών έργων είναι τις περισσότερες φορές αδύνατη εξαιτίας του περιορισμού που ισχύει στα μουσεία και αφορά στο άγγιγμα των έργων τέχνης. Στη μελέτη του Πλαστική, ο γλύπτης, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποδείξει ότι η πλαστική γίνεται νόηση διαμέσου της αφής, φέρει ως παράδειγμα την τυφλή και κωφάλαλη Hellen Keller, η οποία εις εργαστήρια γλυπτικής […] δια της αφής δεν αναγνώριζε μόνον την μορφήν του αντικειμένου αλλά και ενεβάθυνε εις το νόημα εκάστου γλυπτού.»[76] Για να μην στερήσει λοιπόν σε άτομα τυφλά και κωφάλαλα την εμπειρία της επίσκεψης μιας έκθεσης γλυπτικής, ο Λαμέρας διαμορφώνει τα έργα του έτσι, ούτως ώστε αυτά, εξαιτίας της κίνησής τους, του ήχου που παράγουν και της ποικιλίας στην υφή των υλικών τους, να μπορούν να γίνουν αισθητά από το σύνολο των αισθήσεων.[77] Στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης ο γλύπτης καλεί τυφλά και κωφάλαλα παιδιά να ανακαλύψουν την τέχνη με τα αισθητήρια όχι πλέον μόνο της όρασης αλλά κυρίως της αφής και της ακοής.[78]

Τα μουσικά και κινητικά γλυπτά του Λαμέρα, καθώς και οι αφηρημένες συνθέσεις του μαρτυρούν μια ανήσυχη καλλιτεχνική φύση. Ωστόσο, ο γλύπτης δεν ανήκει σε εκείνους τους καλλιτέχνες, που ήταν παράλληλα και θεωρητικοί της τέχνης. Στις επιστολές του προς τον Σπητέρη δεν βρίσκουμε εκτενείς αναλύσεις των θεωρητικών αρχών του ή του περιεχομένου της τέχνης του, όπως συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση της αλληλογραφίας του τεχνοκριτικού με τους Παντελή Ξαγοράρη,[79] Νίκο Κεσσανλή,[80] κ.ά. Επιπλέον, από τα κείμενα του καλλιτέχνη, που στάθηκε δυνατό να εντοπιστούν, εκείνο που περιέχει θεωρητικές αναλύσεις γενικά για την πλαστική και τον πλαστικό χώρο, είναι η μελέτη με τον τίτλο Πλαστική, δημοσιευμένη ως εγχειρίδιο ασκήσεων για τους φοιτητές τού Λαμέρα στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.[81] Τέλος, όσον αφορά στη συγγραφική δραστηριότητα του γλύπτη στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, τα άρθρα του, που σχετίζονται με θεωρητικά ζητήματα τέχνης ή με το περιεχόμενο των έργων του, εμφανίζονται περιορισμένα συγκριτικά με άρθρα αντίστοιχου περιεχομένου άλλων καλλιτεχνών (Βλ. π.χ. αρθρογραφία των Γιάννη Τσαρούχη, Νικόλαου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Παντελή Ξαγοράρη, Ιάννη Ξενάκη, κ.ά.).[82]

Γλύπτες, οι οποίοι επιχείρησαν να υποστηρίξουν και θεωρητικά το έργο τους είναι ο Αχιλλέας Απέργης και ο Τάκης. Ο πρώτος, μέσα από τη μελέτη φιλοσοφικών κειμένων, ειδικά από το 1970 και έπειτα,[83] εμπλούτισε την εικαστική του γλώσσα και έδωσε στις εγκαταστάσεις[84] του εκείνης της περιόδου ξεχωριστό ειδικό βάρος. Ανάλογα κινήθηκε και ο γλύπτης Τάκης, ο οποίος μελέτησε συστηματικά νόμους της φυσικής και τους εφάρμοσε στην τέχνη, δημιουργώντας έτσι μια πολύ προσωπική εικαστική γλώσσα με πλούσιο ιδεολογικό περιεχόμενο, την οποία σταδιακά εξέλιξε.

Ειδικά κατά την εικοσαετία από το 1950 ως το 1970 ο Λαμέρας καταπιάνεται παράλληλα με διαφορετικές τεχνοτροπίες και τεχνικές, τις οποίες δεν φαίνεται να επιδιώκει να τελειοποιήσει. Η επιθυμία του γλύπτη να δοκιμάζει συνεχώς τις δυνατότητές του σε πολλά πεδία της σύγχρονής του τέχνης φανερώνει μάλλον την προσπάθεια επίτευξης ενός διαφορετικού είδους στόχου, του να θεωρείται ο ίδιος πρωτοπόρος στην Ελλάδα όσον αφορά στους πειραματισμούς με τις τάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης. Η επιδίωξη του Λαμέρα γίνεται αντιληπτή στην αλληλογραφία του γλύπτη με τον Σπητέρη. Ο καλλιτέχνης εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία, προκειμένου να μιλήσει για τον πρωτοποριακό του ρόλο στον χώρο της αφηρημένης γλυπτικής και δεν κάνει, βέβαια, καμία νύξη για την παράλληλη ενασχόλησή του με την παραστατική τέχνη. Σε δύο επιστολές του προς τον Σπητέρη συνταγμένες η μία στις 30 Μαρτίου 1960 και η άλλη πιθανόν προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 ο γλύπτης τονίζει:

«[…] άλλως Τε [sic] και μόνος σου το ξέρεις αφού το έγραψες κάποτε ότι είμαι ο πρώτος που ασχολήθηκα στην Ελλάδα με αυτήν [την νέα Τέχνη][85]

Και συνεχίζει στη δεύτερη επιστολή δηλώνοντας πως:

«στον τόπο μας τουλάχιστον κάναμε τήν πρώτη κίνηση διά τήν μή [sic] εικονική τέχνη, αφού έχω αρχίση από τό 1932 στήν έκθεση των σπουδαστών […] τό 1946 μέ τό «Μουσικό όργανο» στό Γαλλικό Ινστιτούτο καί τό 1953 στήν Tate Gallery […].»[86] (εικ. 10)



εικ. 10α


εικ. 10β
Ιδιόγραφη επιστολή του Λάζαρου Λαμέρα προς τον Τ. Σπητέρη


Χαρακτηριστική της ευαισθησίας του Λαμέρα στο ζήτημα της πρωτοτυπίας των δημιουργιών του και του πρωτοποριακού του ρόλου στη νεοελληνική γλυπτική είναι και η οργισμένη επιστολή του ενάντια σε σχόλιο του Σπητέρη στην Ελευθερία τον Φεβρουάριο του 1967. Για τα έργα του γλύπτη στην έκθεση «Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη», η οποία διοργανώθηκε στη Γενεύη τον ίδιο μήνα, ο τεχνοκριτικός γράφει:

«Στου Λαμέρα τα γλυπτά δεν υπάρχει οργανική σύνδεση ανάμεσα στο μαρμάρινο μέρος και τα κινούμενα σε μέταλλο. Άλλωστε θυμίζουν πολύ παλιές κατασκευές του Τάκη.»[87]

Ο Λαμέρας με επιστολή του στην ίδια εφημερίδα, κάνοντας μια γενικότερη επίθεση στον Σπητέρη, ανταπαντά:

Το 1960 η κριτική στην Μπιεννάλε […] έγραψε ότι τα έργα […] ήσαν ‘‘πρωτότυπα και ευρήματα’’. Με έκπληξιν διάβασα ότι μοιάζουν με τα πρώιμα έργα ενός άλλου Έλληνος γλύπτου. Ο ίδιος ο κ. Σπητέρης γράφει ότι είμαι ο πρώτος που έκανα αφηρημένη γλυπτική στην Ελλάδα. (Δεν ενθυμείται ότι το έργον μου ‘‘πουλί στο σύρμα’’ εκτεθέν εις το εργαστήριόν μου (κινούμενη γλυπτική) και το οποίον [...] ο νυν ιδιοκτήτης του και εκδότης του περιοδικού ‘‘Γυναίκα’’ είχεν φωτογραφήσει από το 1947, υπάρχει πολύ προ αυτών. Ο γλύπτης που αναφέρει ο κ. Σπητέρης ίσως να μην είχε σκεφθή την εποχή εκείνη να ασχοληθή με την γλυπτική λόγω ηλικίας».[88]

Στην αντίδραση αυτήν του Λαμέρα, αν και υπερβολική, φωτογραφίζονται η αγωνία και η ανάγκη για αναγνώριση ενός καλλιτέχνη, ο οποίος με συνεχείς πειραματισμούς δοκιμάζει να συμβαδίσει με τις τάσεις της σύγχρονής του ευρωπαϊκής τέχνης. Η αμφιταλάντευση του γλύπτη ανάμεσα στα πεδία της παραστατικότητας και της αφαίρεσης, αναγκαία ως έναν βαθμό για την επιβίωσή του, επέτρεψε στον ίδιο να αντλεί στοιχεία και από τις δύο περιοχές και να τα συνδυάζει με νέα, όπως π.χ. την κίνηση και τον ήχο, ανανεώνοντας συνεχώς τον τρόπο και τα μέσα έκφρασής του. Στη διάθεση του γλύπτη για διαρκή πειραματισμό οφείλεται και η φιλοτέχνηση του πρώτου ανεικονικού γλυπτού στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο δημιουργός του δεν ακολούθησε με σταθερό ρυθμό τον δρόμο της αφαίρεσης δε μειώνει την αξία του έργου του και των προσπαθειών του και πολύ περισσότερο δεν εμποδίζει την αναγνώριση της συμβολής του Λαμέρα στην εξέλιξη της νεοελληνικής γλυπτικής.

(Οι εικόνες 6, 8α-β προέρχονται από το Λαμέρας (Αθήνα, [χ. ε], [χ. χ]).

(Η εικόνα 7 προέρχεται από το Λάζαρος Λαμέρας, Πλαστική (Αθήνα: [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο], 21974), σ. 30).

(Η εικόνα 9 προέρχεται από το «Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί», κατάλογος της έκθεσης στην ΕΠΜΑΣ, Δεκέμβριος 1979, σ. 3).



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η παρακάτω βιβλιογραφία είναι συμπληρωματική αυτής που παρατίθεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, των Εκδόσεων Μέλισσα και αφορά αποκλειστικά τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη.

Α. Συλλογικό Πληροφοριακό Eργο
  1. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 5 (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1985).
  2. Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι, Γλύπτες, Χαράκτες, 16ος – 20ος αιώνας, τ. 1, (Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, 2000).
Β. Κείμενα του καλλιτέχνη
  1. Λαμέρας Λάζαρος, «Υπάρχουν κοινά σημεία επαφής της μοντέρνας τέχνης με το ιδεώδες της ελληνικής τέχνης; Απαντούν οι: Σπ. Βασιλείου, Βάσω Κατράκη, Περ. Βυζάντιος, Ν. Εγγονόπουλος, Λαζ. Λαμέρας, Κ. Λουκόπουλος», Ζυγός 7, έτ. 1 (Μάιος 1956), σσ. 9-11, 20.
  2. _______________, «Ε. Παπαδημητρίου. Ο καλλιτέχνης – ο φιλόσοφος», Ζυγός 33 (Αύγουστος 1958), σ. 24.
  3. _______________, «Μια επιστολή περί Μπιεννάλε», Ελευθερία, 19 Φεβρουαρίου 1967.
  4. _______________, «Έλληνες γλύπτες του 19ου αιώνος, Μια άλλη φωνή», Ελεύθερος Κόσμος, 28 Νοεμβρίου 1971.
  5. _______________, «Πάμπλο Πικάσσο. Οι εκπρόσωποι της ελληνικής τέχνης για το έργο του μεγάλου ζωγράφου», Ελεύθερος Κόσμος, 15 Απριλίου 1973, σσ. 7, 11.
  6. _______________, Πλαστική (Αθήνα: [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο], 21974).
  7. _______________, Χωροθετικό Διάγραμμα Γλυπτών Έργων Δήμου Αθηναίων Νεωτέρας Ελλάδος (Αθήνα: [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο], 1975).
Γ. Άρθρα περιοδικού τύπου
  1. Αντωνακάτου Ντιάνα, Ηώς 87 (1965).
  2. __________________, «Διετής έκθεση γλυπτικής Φιλοθέης», Αρχιτεκτονική 59, έτ. Ι (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1966), σσ. 74-75 (δίγλωσσο: αγγλ.).
  3. __________________, «Η 9η Πανελλήνιος Έκθεσις», Αρχιτεκτονική 63, έτ. 11ο (Ιούνιος-Ιούλιος 1967), σσ. 84-95 (δίγλωσσο: αγγλ.).
  4. Βακαλό Ελένη, «Εικαστικές τέχνες», Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1957), σσ. 415-418.
  5. ____________, «Οι εκθέσεις του μηνός», Ζυγός 49 (Δεκέμβριος 1959), σσ. 33-34.
  6. ____________, «Οι εκθέσεις του μηνός», Ζυγός 58 (Σεπτέμβριος 1960), σσ. 38, 43.
  7. ____________, «Κριτική των εκθέσεων», Ζυγός 87-88, έτ. 8ο (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1963), σσ. 31, 34.
  8. ____________, «Η Ζ΄ Πανελλήνιος. Διαπιστώσεις και προτάσεις», Ζυγός 90, έτ. 8 (Μάιος 1963), σσ. 36-48, 54.
  9. Βαλσέκι Μάρκος, Προκοπίου Άγγελος & Σπητέρης Τώνης, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχιτεκτονική 21, έτ. Δ΄ (Μάιος-Ιούνιος 1960), σσ. 68-69.
  10. Γιοφύλλης Φώτος, «Η Πανελλήνια καλλιτεχνική έκθεση (3ο. Γλυπτική, Χαρακτική και Διακοσμητική)», Πνευματική Ζωή 5, έτ. Α΄, περ. Β΄ (15 Ιουλίου 1952), σ. 115.
  11. Γουλάκη-Βουτυρά Αλεξάνδρα, Σαχίνη Αγγελική, «Η “αφαίρεση” στη Θεσσαλονίκη», Η Θεσσαλονίκη, τόμ. 1 (1985), σσ. 709-729.
  12. Δαρρίγος Έλληνας Κώστας, «Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση», Ο Αιώνας μας 1 (23), περ. Γ΄ (Ιανουάριος 1949), σσ. 9-15.
  13. Δημακοπούλου Τζούλια, «Η έκθεση της ελληνικής τέχνης στο Ισραήλ», Νέες Μορφές 5 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1962), σσ. 37-40.
  14. Ευαγγελίδης Δ. Ε., «Η Πανελλήνια καλλιτεχνική έκθεση», Νέα Εστία 514, τόμ. 44, έτ. ΚΒ΄ (1 Δεκεμβρίου 1948), σσ. 1507-1510.
  15. _______________, «Στις αίθουσες του νέου Ατελιέ της οδού Ξενοφώντος ομαδική έκθεση, σημαντική σε ποιότητα, που τη διαδέχτηκε νέα σειρά άλλων καλλιτεχνών με πολύ κατώτερη ποιότητα», Νέα Εστία 687, τόμ. 59, έτ. Λ΄ (15 Φεβρουαρίου 1956), σσ. 270-272.
  16. _______________, «Στη Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων πέντε μαστόροι της τέχνης μας δείχνουν μια μικρή εκλογή από την τελευταία τους παραγωγή υψηλής ποιότητας: ο Μπουζιάνης, ο Σώχος, ο Γουναρό, ο Λαμέρας κι ο Παπαδημητρίου», Νέα Εστία 718, τόμ. 61, έτ. ΛΑ΄ (1 Ιουνίου 1957), σσ. 781-783.
  17. Μάνου Ραλλού, «Το ελληνικό χορόδραμα», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, τόμ. 23, έτ. 23o (1966), σσ. 56-58 (σ. 58: αναπαραγωγή έργου).
  18. Μηλιάδης Γιάννης, «Η πέμπτη Πανελλήνιος. Πλαστική», Ζυγός 19&20, έτ. 2ο (Μάιος-Ιούνιος 1957), σσ. 8-9, 24.
  19. Παναγιωτόπουλος Σ., Παρνασσός 1, τόμ. 4 (1959), σ. 558.
  20. _________________, Παρνασσός 2, τόμ. 3 (1960), σ. 436.
  21. Παπαντωνίου Ζαχαρίας, «Η Έκθεσις της “Ομάδος Τέχνης” στη Λέσχη των καλλιτεχνών», 20ος Αιώνας 3 (1934), σσ. 43-48.
  22. Πετρής Γιώργος, «Έλληνες ευθυμογράφοι, Σπ. Βασιλείου, Γ. Ιωάννου, Γ. Γαΐτης, Βασ. Ζήσης, Π. Μοσχίδης, Θ. Μάιπας, Α. Γεωργιάδης, Νέες Μορφές, Βάσω Κατράκη», Επιθεώρηση Τέχνης 59-60, τόμ. I, έτ. Ε΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1959), σσ. 226-230.
  23. ______________, «Η Ζ΄ Πανελλήνια στο Ζάππειο», Επιθεώρηση Τέχνης 101, τόμ. ΙΖ΄, έτ. Θ΄ (Μάιος 1963), σσ. 508-511.
  24. _____________, «Η Η΄ Πανελλήνια Έκθεση, σταθμός και αφετηρία. Μια κριτική της έκθεσης. Οργάνωση και ποιότητα», Επιθεώρηση Τέχνης 124-125, τόμ. ΚΑ΄, έτ. ΙΑ΄ (Απρίλιος-Μάιος 1965), σσ. 402-413.
  25. Προκοπίου Άγγελος, «Οι πρόδρομοι της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα», Νέες Μορφές 1 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1962), σσ. 11-17.
  26. Σεμερτζίδης Β., «Απόψεις πάνω στην Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, έτ. 6 (1949), σσ. 248-261.
  27. Στεφανίδης Μάνος, Εικαστικά 31-33, έτ. 3ο (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1984), σσ. 44-51.
  28. _______________, «Η γενιά του ’30 στη γλυπτική», Αγροτικά 14 (Οκτώβριος 1984), σσ. 44-48.
  29. Φερεντίνου Έφη, «Η Μπιεννάλε του Sao Paulo», Ζυγός 24 (Οκτώβριος 1957), σσ. 4-8.
  30. _____________, «“Νέες Μορφές”. Ένα επίκαιρο ξεκίνημα», Καινούρια Εποχή 14, τόμ. Δ΄ (Φθινόπωρο 1959), σσ. 192-194.
  31. _____________, «Η γλυπτική στην 8 Πανελλήνιο», Ζυγός IV-65, έτ. 9o (Μάιος 1965), σσ. 23-29.
  32. Φραντζισκάκη Αικατερίνη, «Χρονικό», Ζυγός 101-102, έτ. 9o (Απρίλιος-Μάιος 1964), σ. 42.
  33. Χ., «Πλαστική», Νέα Εστία 1021, τόμ. 87, έτ. ΜΔ΄ (15 Ιανουαρίου 1970), σ. 134.
  34. Χαρίτος Δ., Καινούρια Εποχή (1965), σ. 259.
  35. [χ. σ.], Ζυγός (Μάιος 1956), σ. 11 (αναπαραγωγή έργου).
  36. [χ. σ.], «Η έκθεση των Ελλήνων Καλλιτεχνών στο Ισραήλ», Νέες Μορφές 4 (Ιούλιος-Αύγουστος 1962), σ. 59.
  37. [χ. σ.], «Η κίνηση των εκθέσεων», Ζυγός VII-66, έτ. ΧΙ, περ. Β΄ (Ιούλιος-Οκτώβριος 1966), σσ. 76-81.
  38. [χ. σ.], «Μια ομαδική έκθεσις», Ζυγός 18, έτ. 2ο (Απρίλιος 1957), σσ. 17-18.
  39. [χ. σ.], «Μια πρόχειρη δοκιμή», Επιθεώρηση Τέχνης 141, τόμ. ΚΔ΄, έτ. ΙΒ΄ (Σεπτέμβριος 1966), σ. 230.
  40. [χ. σ.], «Ο γλύπτης Λαμέρας θα παρουσιάση σειρά έργων του στην “Μπιεννάλε” της Βιέννης [sic] το 1960», Εικόνες (3 Αυγούστου 1959), σσ. 41-43.
  41. [χ. σ.], Ο Αιώνας μας 9 (21), περ. Β΄ (Νοέμβριος 1948), παρένθετος πίνακας.
  42. [χ. σ.], «Οι εκθέσεις του μηνός», Ζυγός 19&20, έτ. 2ο (Μάιος-Ιούνιος 1957), σσ. 25-26.
  43. [χ. σ.], «Σχόλια», Ζυγός 56-57 (Ιούλιος-Αύγουστος 1960), σ. 4.
  44. [χ. σ.], «Χρονικό. Εκθέσεις», Ζυγός 87-88, έτ. 8ο (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1963), σσ. 35-36.
Δ. Άρθρα ημερήσιου τύπου
  1. Βακαλό Ελένη, «Η έκθεσις των πέντε», Τα Νέα, 17 Μαΐου 1957.
  2. Κλεάνθης Φ. Ν., «“Αγγίξτε κι ακούστε”. Έκθεση για τα παιδιά και τους τυφλούς του Λάζαρου Λαμέρα στην Πινακοθήκη», Τα Νέα, 13 Δεκεμβρίου 1979.
  3. Λυδάκης Στέλιος, «Ο Λάζαρος Λαμέρας και η Πλαστική. Έκθεσις της Εθνικής Πινακοθήκης», Ελεύθερος Κόσμος, 23 Δεκεμβρίου 1979.
  4. Πηλείδης Τέρπος, «Η “Μπιεννάλε” της Φιλοθέης. (Α΄ Διετής Έκθεσις Γλυπτικής)», Η Καθημερινή, 24 Αυγούστου 1966.
  5. Προκοπίου Άγγελος, «Ο κυβισμός και η αφηρημένη τέχνη στην Μπιεννάλε», Η Καθημερινή, 31 Ιουλίου 1960.
  6. Σπητέρης Τώνης, «Η έκθεση των πέντε. Γουναρόπουλος, Μπουζιάνης, Λαμέρας, Σώχος και Παπαδημητρίου στη “Στέγη Καλών Τεχνών”», Ελευθερία, 18 Μαΐου 1957.
  7. ______________, «Η Ελλάς παρούσα στην Μπιεννάλε», Ελευθερία, 12 Ιουνίου 1960.
  8. ______________, «Η ελληνική συμμετοχή στην Μπιεννάλε 1960», Ελευθερία, 7 Αυγούστου 1960.
  9. ______________, «Η σύγχρονη ελληνική τέχνη στην Γενεύη. 2ον: Αισθητή η απουσία αξιόλογων καλλιτεχνών. Μέτρια τα περισσότερα εκθέματα», Ελευθερία, 12 Φεβρουαρίου 1967.
  10. [χ. σ.], «Έλληνες γλύπται εις την διεθνή Μπιεννάλε γλυπτικής Αθηνών», Η Καθημερινή, 14 Ιουλίου 1965.
  11. [χ. σ.], «Η Ελληνική Αφηρημένη Τέχνη. Επιστολή Γλυπτών», Το Βήμα, 30 Μαΐου 1974.
  12. [χ. σ.], «Ο ανδριάς του ήρωος στρατιώτου εις το Καλπάκι», Η Καθημερινή, 22 Φεβρουαρίου 1967.
Ε. Έκδοση με επιμελητή
  1. Η Eργογραφία του Τώνη Σπητέρη. Εφημερίδες, Βιβλία, Περιοδικά (καλλιτ. επιμ.) Λούση Μπρατζιώτη (Θεσ/νίκη: Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1990).
Στ. Βιβλία Αναφοράς
  1. Ευαγγελίδης Δημήτριος, Η Ελληνική Τέχνη (Αθήνα: [χ.ε.], 1969).
  2. Καλλονάς Δημήτριος, Σύγχρονοι Έλληνες Ζωγράφοι και Γλύπτες (Αθήνα: Μιχ. Σαλίβερος, 1943).
  3. Ξύδης Αλέξανδρος, Προτάσεις για την Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης. Φορείς και Προβλήματα, τόμ. Β΄ (Αθήνα: Ολκός, 1976).
  4. Παπανικολάου Μιλτιάδης, Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα. Ζωγραφική και Γλυπτική του 20ου Αιώνα, τόμ. 1 (Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, Απρίλιος 1999).
  5. Προκοπίου Άγγελος, Ιστορία της Τέχνης 1750-1950, Φωβισμός-Κυβισμός-Εξπρεσιονισμός-Συρρεαλισμός-Αφηρημένη Τέχνη-Άμορφη Τέχνη, τόμ. Γ΄ (Αθήνα: Πεχλιβανίδης & Σία Α.Ε., 1968-1969).
  6. Σπητέρης Τώνης, Τρεις Αιώνες Νεοελληνικής Τέχνης 1660-1967, τόμ. Α΄- Β΄ (Αθήνα: Πάπυρος, 1979).
  7. Στεφανίδης Μάνος, Εισαγωγή στην Ελληνική Γλυπτική από την Αρχαιότητα ως Σήμερα (Αθήνα: Εκδόσεις Φιλιππότη, 1984).
Ζ. Μονογραφίες
  1. Δωρίζας Γ., Οι Τήνιοι Καλλιτέχνες και τα Μουσεία της Τήνου (Αθήνα: [χ.ε.], 1979).
  2. Λυδάκης Στέλιος, Μια πολύτιμη Γλυπτοθήκη, Tο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών (Αθήνα: Ίδρυμα Αισθητικής Μιχελή, 1981).
  3. Παυλόπουλος Δημήτρης, Ζητήματα Νεοελληνικής Γλυπτικής (Αθήνα: Παυλόπουλος Δημήτρης, 1998).
  4. Σπητέρης Τώνης, Η Τέχνη στην Ελλάδα μετά το 1945 (Αθήνα: Οδυσσέας, 1983).
Η. Λευκώματα
  1. Ζίας Νίκος, Καλλιγάς Μαρίνος, Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη. Ζωγράφοι, Γλύπτες, Χαράκτες. (Αθήνα: Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΏΡΑ, 1970).
  2. Τσούχλου Δήμητρα, Μπαχαριάν Ασαντούρ, Η Ανώτατη Σχολή των Καλών Τεχνών. Χρονικό 1836-1984 (Αθήνα: Άποψη, 1984).
Θ. Κατάλογοι έκθεσης
  1. Εθνική Πινακοθήκη 100 Χρόνια. Τέσσερις Αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής. Από τις Συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη (ΕΠΜΑΣ, Αθήνα, 2001, ΕΠΜΑΣ / επιστ. επιμ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα).
  2. Έκθεσις Σπουδαστικών Εργασιών Εφηρμοσμένης Κεραμικής Ανώτατης Σχολής Αρχιτεκτόνων (Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας, Αθήνα, Ιανουάριος 1973, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο).
  3. Η Ελλάδα που αλλάζει. Τέχνη και Προσωπικότητες στον 20ο Αιώνα (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ., Θεσ/νίκη, 2002, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε./ επιστ. επιμ. και επιμ. εκθ. Φανή Μουμτζίδου-Παπατζίμα).
  4. Λαμέρας (Αθήνα, [χ. ε], [χ. χ]).
  5. Νεοελληνική Τέχνη, 20ος Αιώνας, Ζωγραφική–Χαρακτική–Γλυπτική. Οι Πολύτιμες Συλλογές της Πινακοθήκης Ρόδου (Αθήνα, 1999, Υπουργείο Αιγαίου / επιστ. επιμ. Χάρης Καμπουρίδης, Γιώργος Λεβούνης).
  6. Πρώτη έκθεσις. Απέργης, Θεοδωρόπουλος, Κοντόπουλος, Λαμέρας, Παπαδημητρίου, Σπυρόπουλος, Τόμπρος (Αίθουσα Εκθέσεων Νέες Μορφές, Αθήνα, 23 Νοεμβρίου-12 Δεκεμβρίου 1959).
  7. Σώχος-Γουναρό-Λαμέρας-Μπουζιάνης-Παπαδημητρίου. Ζωγραφική-Γλυπτική-Χαρακτική (Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων, Αθήνα, 2-23 Μαΐου 1957).
Ι. Κατάλογοι Πανελληνίων Εκθέσεων
  1. Ετήσια Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις 1938. Κατάλογος των Εκτιθέμενων Έργων (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 1938).
  2. Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις. Κατάλογος των Εκτιθέμενων Έργων (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 1939, Αστήρ / επιμ. κατ. Πόπη Ζώρα).
  3. Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις. Κατάλογος των Εκτιθέμενων Έργων (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 1940).
  4. Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις 1948. Κατάλογος των Εκτιθέμενων Έργων (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, 1 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 1948).
  5. Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις. Κατάλογος των Εκτιθέμενων Έργων (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, Απρίλιος-Μάιος 1952).
  6. Ε΄ Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, Μάιος 1957).
  7. Ζ΄ Πανελλήνιος Έκθεσις Ζωγραφικής, Γλυπτικής, Χαρακτικής, Διακοσμητικής (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, 21 Απριλίου-1 Ιουνίου 1963).
  8. Όγδοη Πανελλήνιος Έκθεσις. Ζωγραφική, Γλυπτική, Χαρακτική, Διακοσμητική (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, Απρίλιος 1965).
  9. Θ΄ Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις. Ζωγραφική, Γλυπτική, Χαρακτική, Διακοσμητική (Ζάππειον Μέγαρον, Αθήνα, 5 Απριλίου-10 Μαΐου 1967 / επιμ. Γ. Βελισσαρίδη).
ΙΑ. Συλλογή άρθρων
  1. Βακαλό Ελένη, Κριτική Εικαστικών Τεχνών 1950-1974. Γενικά Θέματα, Δοκιμιακά, Μετά τη Σιωπή, Επίλογος, τόμ. Β΄ (Αθήνα: Κέδρος, 1996).
ΙΒ. Διδακτορική Διατριβή
  1. Καραΐσκου Βάγια, Τέχνη και Κοινωνία. Η Ανθρώπινη Μορφή στη Μεταπολεμική Ελληνική Γλυπτική (1945-1975), Δ. Δ., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Καλών Τεχνών, Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών (Θεσσαλονίκη, 2001).
ΙΓ. Ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις
  1. «Αφήνει πλούσιο έργο ο γλύπτης Λάζαρος Λαμέρας», Τα Νέα, 25 Σεπτεμβρίου 1998, 13 Οκτωβρίου 2005, από: http://www.tanea.gr/print_article.php?e=A&f=16249&m=P10&aa=2.
  2. Τζεδάκις Γιώργος, «Οι εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα. Γυναίκες και...φυσαλίδες», Ελευθεροτυπία, 31 Οκτωβρίου 2005, 20 Δεκεμβρίου 2005, από: http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=%CB%E1%EC%DD%F1%E1%F2&a=&id=34721760.
  3. «Εκθέσεις», Ελευθεροτυπία, 4 Ιουνίου 2005, 20 Δεκεμβρίου 2005, από: http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=%CB%E1%EC%DD%F1%E1%F2&a=&id=22974808.
ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Άρθρο ημερήσιου τύπου
  1. Le Monde, 19 Ιουνίου 1959.
Β. Κατάλογοι έκθεσης
  1. XXX Biennale Internazionale d’ Arte (Βενετία, Ιούνιος-Οκτώβριος 1960).
  2. Grèce. 30me Biennale de Venise, 1960 (Αθήνα: [χ.ε], 1960).
  3. The Municipal Gallery of Athens. Greek Painting-Engraving-Sculpture. (Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1994, Municipality of Athens, Cultural Centre / επιστ. επιμ. Nelli Kyriazi).
Γ. Οδηγός
  1. Manolikakis John G., The Sculpture of Modern Athens, 1800-1966 (Αθήνα: [χ.ε.], 1966).

[1] α/α 7-10, α/α 13-14 και α/α 16-20, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[2] α/α 11-12 και α/α 15, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[3] α/α 9, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[4] α/α 8, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[5] α/α 8, α/α 13 και α/α 16, α/α 18, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[6] α/α 13 και α/α 14, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[7] α/α 7, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών. Το περιεχόμενο της επιστολής σχολιάζεται και στο κεφάλαιο «Λάζαρος Λαμέρας: Πειραματισμοί στον δρόμο της αφαίρεσης», που ακολουθεί.
[8] Βλ. π.χ. επιστολές α/α 17 και α/α 19, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[9] Βλ. επιστολή Τ. Σπητέρη προς Άλεξ Μυλωνά, Βενετία, 28 Ιανουαρίου 1960, α/α 10, επιστολή της Α. Μυλωνά προς τον Τ. Σπητέρη, 28 Μαρτίου 1960, α/α 13, φάκελος 675, «Άλεξ Μυλωνά», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, καθώς επίσης και επιστολή, ιδιόγραφη, του Αλέκου Κοντόπουλου προς τον Τ. Σπητέρη, Αθήνα, 11 Μαρτίου 1960, α/α 16 επιστολή, ιδιόγραφη, του Τ. Σπητέρη προς τον Α. Κοντόπουλο, Βενετία, 7 Απριλίου 1960, α/α 18 και επιστολή ιδιόγραφη του Α. Κοντόπουλου προς τον Τ. Σπητέρη, 13 Μαΐου 1960, α/α 24, φάκελος 449, «Αλέκος Κοντόπουλος», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[10] Τώνης Σπητέρης, «Η σύγχρονη ελληνική τέχνη στην Γενεύη. 2ον: Αισθητή η απουσία αξιόλογων καλλιτεχνών. Μέτρια τα περισσότερα εκθέματα», Ελευθερία, 12 Φεβρουαρίου 1967, α/α 157/7, φάκελος 2, «Άρθρα του Τώνη Σπητέρη», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[11] Λαμέρας Λάζαρος, «Μια επιστολή περί Μπιεννάλε», Ελευθερία, 19 Φεβρουαρίου 1967, φάκελος 2, «Άρθρα του Τώνη Σπητέρη», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[12] α/α 19, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[13] α/α 5, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[14] α/α 22, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[15] α/α 23-24 και α/α 25, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[16] α/α 38-45, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[17] α/α 42 και α/α 43-45, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[18] Δημήτριος Καλλονάς, Σύγχρονοι Έλληνες Ζωγράφοι και Γλύπτες (Αθήνα: Μιχ. Σαλίβερος, 1943), σ. 249.
Μάνος Στεφανίδης, Εικαστικά 31-33, έτ. 3ο (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1984), σ. 47.
Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, «Λαμέρας Λάζαρος», στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών (κατάλογος συλλογής γλυπτών, Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών, Τήνος, Θεσσαλονίκη 1990, Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελίστριας Τήνου / επιστ. επιμ. Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά), σ. 82.
[19] Λαμέρας (κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, [χ. ε], [χ. χ]).
[20] Βάγια Καραΐσκου, Τέχνη και Κοινωνία. Η Ανθρώπινη Μορφή στη Μεταπολεμική Ελληνική Γλυπτική (1945-1975), Δ. Δ., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Καλών Τεχνών, Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών (Θεσ/νίκη, 2001), σσ. 67, 158.
[21] Χρύσανθος Χρήστου, Μυρτώ Κουμβακάλη-Αναστασιάδη, Νεοελληνική Γλυπτική 1800-1940, (Αθήνα: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1982), σ. 114.
Βλ. σημ. 18, Γουλάκη-Βουτυρά, σ. 82.
[22] Βλ. σημ. 21.
[23] Έφη Φερεντίνου, «“Νέες Μορφές”. Ένα επίκαιρο ξεκίνημα», Καινούρια Εποχή 14, τόμ. Δ΄ (Φθινόπωρο 1959), σ. 194.
[24] Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης, «Στη Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων πέντε μαστόροι της τέχνης μας δείχνουν μια μικρή εκλογή από την τελευταία τους παραγωγή υψηλής ποιότητας: ο Μπουζιάνης, ο Σώχος, ο Γουναρό, ο Λαμέρας κι ο Παπαδημητρίου», Νέα Εστία 718, τόμ. 61, έτ. ΛΑ΄ (1 Ιουνίου 1957), σ. 783.
Τώνης Σπητέρης, «Η έκθεση των πέντε. Γουναρόπουλος, Μπουζιάνης, Λαμέρας, Σώχος και Παπαδημητρίου στη “Στέγη Καλών Τεχνών”», Ελευθερία, 18 Μαΐου 1957.
[25] «Οι εκθέσεις του μηνός», Ζυγός 19&20, έτ. 2ο (Μάιος-Ιούνιος 1957), σ. 25.
Βλ. σημ. 24, Σπητέρης.
[26] Βλ. σημ. 20, σ. 67, καθώς και «Ο γλύπτης Λαμέρας θα παρουσιάση σειρά έργων του στην “Μπιεννάλε” της Βιέννης [sic] το 1960», Εικόνες (3 Αυγούστου 1959), σ. 42, α/α 38, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
Όλγα Μεντζαφού, «Λαμέρας Λάζαρος», Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών. Ζωγράφοι–Γλύπτες–Χαράκτες, 16ος–20ος Αιώνας, τόμ. 2 (Αθήνα: Μέλισσα, 1998), σ. 377.
Τώνης Σπητέρης, Τρεις Αιώνες Νεοελληνικής Τέχνης 1660-1967, τόμ. Β΄ (Αθήνα: Πάπυρος, 1979), σ. 272.
Τώνης Σπητέρης, Η Τέχνη στην Ελλάδα μετά το 1945 (Αθήνα: Οδυσσέας, 1983), σ. 86.
Χρύσα Ξουβερούδη, «Λαμέρας Λάζαρος», Η Ελλάδα που αλλάζει. Τέχνη και Προσωπικότητες στον 20ο Αιώνα (κατάλογος έκθεσης, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ., Θεσ/νίκη, 2002, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε./ επιστ. επιμ. και επιμ. εκθ. Φανή Μουμτζίδου-Παπατζίμα), σ. 175.
[27] Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ.
[28] Το έργο αυτό του γλύπτη προκάλεσε ζωηρές συζητήσεις, καθώς για πρώτη φορά καλλιτέχνης παρουσίαζε σε κρατική έκθεση ανεικονικό έργο.
Ελένη Βακαλό, Η Φυσιογνωμία της Μεταπολεμικής Τέχνης στην Ελλάδα. Αφαίρεση, τόμ. 1 (Αθήνα: Κέδρος, 1981), σ. 36.
Βλ. & σημ. 26, Σπητέρης, σ. 199.
[29] Βλ. σημ. 26, Σπητέρης, σ. 272.
[30] Αλέξανδρος Ξύδης, Προτάσεις για την Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης. Φορείς και Προβλήματα, τόμ. Β΄ (Αθήνα: Ολκός, 1976), σ. 212.
[31] Βλ. σημ. 20, σσ. 132, 159.
Βλ. σημ. 18, Στεφανίδης, Εικαστικά, σ. 44.
Μ. Στεφανίδης, Εισαγωγή στην Ελληνική Γλυπτική από την Αρχαιότητα ως Σήμερα (Αθήνα: Εκδόσεις Φιλιππότη, 1984), σ. 69.
Μ. Στεφανίδης, «Η γενιά του ’30 στη γλυπτική», Αγροτικά 14 (Οκτώβριος 1984), σ. 45, φάκελος 136, «Νεώτερη Ελληνική Τέχνη. Γλυπτική, Γλύπτες», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[32] Βλ. σημ. 31.
[33] Ο χαράκτης Παπαδημητρίου ήταν τότε ήδη νεκρός και για τον λόγο αυτόν η παρουσίαση των έργων του είχε τον χαρακτήρα αναδρομικής έκθεσης προς τιμήν του καλλιτέχνη.
[34] Βλ. σημ. 26, Σπητέρης, σ. 273.
[35] Βλ. σημ. 28, Βακαλό, σ. 60.
[36] Βλ. σημ. 34.
[37] Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, Αγγελική Σαχίνη, «Η “αφαίρεση” στη Θεσσαλονίκη», Η Θεσσαλονίκη, τόμ. 1 (1985), σ. 714.
[38] Βλ. δελτίο καταγραφής των έργων του καλλιτέχνη με τα οποία ο ίδιος συμμετείχε στην XXX. Exposition Biennale Internationale d’ Art, 13 Απριλίου 1960, α/α 22, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[39] Βλ. σημ. 26, Εικόνες, σ. 42.
«Η Ελληνική Αφηρημένη Τέχνη. Επιστολή Γλυπτών», Το Βήμα, 30 Μαΐου 1974, α/α 41, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών .
[40] Ηλίας Μυκονιάτης, Νεοελληνική Γλυπτική, Ελληνική Τέχνη (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1996), εικ. 86, σ. 110.
[41] α/α 37, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[42] Λάζαρος Λαμέρας, «Μια επιστολή περί Μπιεννάλε», Ελευθερία, 19 Φεβρουαρίου 1967.
[43] Βλ. σημ. 42. Ο καλλιτέχνης φέρει στην επιστολή ως παράδειγμα της κινούμενης γλυπτικής του το έργο Πουλί στο Σύρμα, κατασκευασμένο ήδη από το 1947.
[44] Βλ. τις κριτικές των εντύπων La Liguria, Nostro Tempo και το σχόλιο του M. Valsechi στην Tempo το 1960, όλα στο έντυπο έκθεσης με α/α 26, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών. Επίσης βλ. το σχόλιο του J. P. Hodin στην ανασκόπηση της Biennale, “A Triumph for the Paris School: The XXXth Venice Biennale”, Studio, October 1960, σ. 157.
[45] Άγγελος Προκοπίου, Ιστορία της Τέχνης 1750-1950, Φωβισμός-Κυβισμός-Εξπρεσιονισμός-Συρρεαλισμός-Αφηρημένη Τέχνη-Άμορφη Τέχνη, τόμ. Γ΄ (Αθήνα: Πεχλιβανίδης & Σία Α.Ε., 1968-1969), σ. 454.
Τώνης Σπητέρης, «Η ελληνική συμμετοχή στην Μπιεννάλε 1960», Ελευθερία, 7 Αυγούστου 1960, α/α 4, φάκελος 2, «Άρθρα του Τώνη Σπητέρη», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[46] Βλ. σημ. 45, Σπητέρης.
[47] Βλ. Tony Spiteris, “Grecia”, XXX Biennale Internazionale d’ Arte (κατάλογος έκθεσης, Βενετία, Ιούνιος-Οκτώβριος 1960), σ. 255.
Βλ. σημ. 45, Σπητέρης.
Valsechi, 1960, α/α 26, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
Βλ. σημ. 18, Στεφανίδης, Εικαστικά, σ. 47.
Βλ. σημ. 18, Στεφανίδης, Αγροτικά, σ. 48.
Βλ. σημ. 26, Μεντζαφού, σ. 377.
Στον φάκελο του Αρχείου Σπητέρη για τον καλλιτέχνη σώζεται η περιγραφή του έργου από τον ίδιο τον Λαμέρα. Βλ. επιστολή α/α 7, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[48] Ο όρος χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον γλύπτη σε επιστολή του προς την εφημερίδα Ελευθερία, βλ. σημ. 42.
[49] Τέρπος Πηλείδης, «Η “Μπιεννάλε” της Φιλοθέης. (Α΄ Διετής Έκθεσις Γλυπτικής)», Η Καθημερινή, 24 Αυγούστου 1966.
[50] Βλ. σημ. 31, Στεφανίδης, Αγροτικά, σ. 48.
Βλ. και σχολιασμό του γλυπτού από την Ντιάνα Αντωνακάτου στο «Διετής έκθεση γλυπτικής Φιλοθέης», Αρχιτεκτονική 59, έτ. 1 (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1966), σ. 74.
[51] Επιστολή, δακτυλόγραφη με ιδιόγραφη συμπλήρωση και διορθώσεις, του καλλιτέχνη προς τον Τ. Σπητέρη, Αθήνα, 30 Μαρτίου 1960, α/α 7, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[52] Βλ. σημ. 51.
[53] Εκτός από τα έργα, τα οποία εξέθεσε ο Λαμέρας στην Biennale της Βενετίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα των θεματικών του προτιμήσεων αυτής της περιόδου είναι και το γλυπτό Κορμός Δένδρου φιλοτεχνημένο το 1957. Βλ. Σοφία Καζάζη, «Τα μουσικά γλυπτά του Λάζαρου Λαμέρα», σε Έλληνες Καλλιτέχνες. Δέκα Χρόνια Κριτικής, 1974-1984 (Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Διαγωνίου, 1985), σ. 164.
[54] Βλ. σημ. 21, σ. 116.
Βλ. σημ. 18, Γουλάκη-Βουτυρά, σ. 82.
[55] Βλ. σημ. 23.
Βλ. σημ. 47, Spiteris, σ. 255.
Τ. Spiteris, “Préface” στο 30me Biennale de Venise 1960 (κατάλογος έκθεσης, Βενετία, Ιούνιος-Οκτώβριος 1960).
Τ. Σπητέρης, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχιτεκτονική 21, έτ. Δ΄ (Μάιος-Ιούνιος 1960), σ. 68.
Μιλτιάδης Παπανικολάου, Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα. Ζωγραφική και Γλυπτική του 20ου Αιώνα, τόμ. 1 (Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, Απρίλιος 1999), σ. 215.
[56] Βλ. σημ. 21, σ. 116.
[57] Βεατρίκη Σπηλιάδη, «Κινητική τέχνη και κόσμημα-αντικόσμημα. Φιλοδοξίες παράλληλες σε δύο γκαλερί», Η Καθημερινή, 5 Ιανουαρίου 1979, α/α 89, φάκελος 116 Β, «Ομαδικές εκθέσεις Ελλήνων από το 1968 κ. εξ.», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
Manfred Schneckenburger, “Die kinetische Expansion. Natur Licht, Bewegung, Technologie”, σε Kunst des 20. Jahrhunderts. Malerei, Skulpturen und Objekte, Neue Medien, Fotografie, επιμ. Ingo F. Walther (Köln: Taschen Verlag, 2000), σ. 501.
[58] Βλ. σημ. 57.
[59] Βλ. σημ. 57, Schneckenburger, σ. 501.
[60] Άλκης Χαραλαμπίδης, Η Tέχνη του 20ου Aιώνα. Ζωγραφική, Πλαστική, Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου, τόμ. 2 (Θεσ/νίκη: University Studio Press, 1993) σ. 255.
Βλ. σημ. 57, Ingo F. Walther, “Künstlerlexikon” σε Walther, σ. 701.
[61] Βλ. σημ. 57.
[62] Ανάλογη ομαδική έκθεση με έργα ξένων εκπροσώπων της κινητικής τέχνης διοργανώθηκε στην Ελλάδα μόλις το 1979 από την Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Βλ. σημ. 57, Σπηλιάδη.
[63] Βλ. π.χ. το έργο “Signal”, 1956, α/α 15, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, Π. Λύντια, «Τάκης, ο μάγος της ύλης», Ελευθεροτυπία(;), 1971(;), α/α 32, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[64] Μίνως Αργυράκης, «Γλυπτικά έργα τηλεμαγνητικά… Μια νέα ανακάλυψις του Έλληνος γλύπτου Βασιλάκη», Ελευθερία, 22 Νοεμβρίου 1959, α/α 25, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
Μανώλης Μαυρομμάτης, «Τάκης. Επιστήμη και Τέχνη στη ζωή μας», α/α 84, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών. Τα «τηλεμαγνητικά γλυπτά» του Τάκη παρουσιάζονται για πρώτη φορά το 1959 στην γκαλερί του Παρισιού Iris Clert.
[65] Βλ. σημ. 26, Σπητέρης, σ. 340.
[66] Βλ. σημ. 26, Σπητέρης, σ. 250.
Φ. Ν. Κλεάνθης, «“Αγγίξτε κι ακούστε”. Έκθεση για τα παιδιά και τους τυφλούς του Λάζαρου Λαμέρα στην Πινακοθήκη», Τα Νέα, 13 Δεκεμβρίου 1979, α/α 42, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών. Χαρακτηριστική του νέου ενδιαφέροντός του για γλυπτά που παράγουν ήχο είναι η φράση με την οποία ο Λαμέρας ολοκληρώνει την περιγραφή του έργου Η Ζωή συνεχίζεται στην επιστολή του προς τον Σπητέρη στις 30 Μαρτίου 1960: «Η σύνθεσις όλη κινείται με τον αέρα και τα διάφορα ελάσματα προξενούν ήχους.[…].», α/α 7, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[67] Για τα μουσικά γλυπτά του Λαμέρα βλ. και σημ. 21, σ. 116.
Βλ. σημ. 53, Καζάζη, σσ. 163-164.
Βλ. σημ. 66, Κλεάνθης, 1979.
[68] Βλ. σημ. 53, Καζάζη, σ. 163.
[69] Για τα μουσικά γλυπτά του Τάκη βλ. Κώστας Πάρλας, «Τάκης: Θριαμβευτική παρουσία στην Γερμανία με τα «μουσικά γλυπτά», Ο Ταχυδρόμος 1043 (5 Σεπτεμβρίου 1974), α/α 37, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
Μανώλης Μαυρομμάτης, «Ο Τάκης και η Μουσική γλυπτική», Η Καθημερινή, 13 Οκτωβρίου 1974, α/α 38, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν, «Γλυπτική-Ήχος από τον Τάκη στην Μπιεννάλε Παρισίων 1985», Η Καθημερινή, 5-6 Μαΐου 1985, α/α 80, φάκελος 982, «Τάκης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[70] Βλ. π.χ. την εγκατάσταση Γλυπτική-Ήχος για την κατασκευή της οποίας ο γλύπτης διακρίθηκε με το Α΄ βραβείο στην Μπιεννάλε του Παρισιού το 1985. Βλ. σημ. 69, Ηλιοπούλου-Ρογκάν.
[71] Βλ. σημ. 69, Πάρλας.
[72] Βλ. σημ. 68.
[73] Δημήτριος Παπαστάμος, «Αφή-Τέχνη-Παιδί», στο Λάζαρος Λαμέρας. Αφή, Τέχνη, Παιδί (κατάλογος έκθεσης, ΕΠΜΑΣ, Αθήνα, 1979).
[74] Λάζαρος Λαμέρας, Πλαστική (Αθήνα: [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο], 21974), σ. 6.
[75] Βλ. σημ. 68.
[76] Βλ. σημ. 74.
[77] Με τον ήχο, την κίνηση και το φως, ερεθίσματα που ενεργοποιούν παράλληλα περισσότερες από μία αισθήσεις των παρατηρητών, είχαν δουλέψει και οι Laszlo Moholy-Nagy και Naum Gabo. Από το 1980 και ο γλύπτης Γιώργος Ζογγολόπουλος ενσωματώνει στα έργα του τα στοιχεία αυτά. Βλ. σημ. 55, Παπανικολάου, σσ. 214-215.
[78] Τώνης Σπητέρης, «Λαμέρας Λάζαρος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 5 (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1985), σ. 163.
[79] Βλ. αλληλογραφία του καλλιτέχνη με τον Τ. Σπητέρη, φάκελος 709, «Παντελής Ξαγοράρης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[80] Βλ. αλληλογραφία του καλλιτέχνη με τον Τ. Σπητέρη, φάκελος 423, «Νίκος Κεσσανλής», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[81] Βλ. σημ. 74.
[82] Βλ. π.χ. την αρθρογραφία του κάθε καλλιτέχνη στους φακέλους 1015, 1098, 709 και 710, οι οποίοι ανήκουν στο Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[83] Βλ. έντυπο ατομικής έκθεσης «Έξοδος Α» στην Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, 12 Μαρτίου-4 Απριλίου 1981 με κείμενο της Βεατρίκης Σπηλιάδη, α/α 50, φάκελος 54, «Αχιλλέας Απέργης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[84] Βλ. π.χ. την εγκατάσταση Τα Πέντε Δωμάτια, α/α 132, φάκελος 54, «Αχιλλέας Απέργης», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[85] Βλ. σημ. 51.
[86] Επιστολή, ιδιόγραφη, του καλλιτέχνη προς τον Τ. Σπητέρη, α/α 20, φάκελος 524, «Λάζαρος Λαμέρας», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[87] Τώνης Σπητέρης, «Η σύγχρονη ελληνική τέχνη στην Γενεύη. 2ον: Αισθητή η απουσία αξιόλογων καλλιτεχνών. Μέτρια τα περισσότερα εκθέματα», Ελευθερία, 12 Φεβρουαρίου 1967, α/α 157/7, φάκελος 2, «Άρθρα του Τώνη Σπητέρη», Αρχείο Τ. Σπητέρη, Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.
[88] Βλ. σημ. 42.
Επιστροφή